Κοινωνικοί αγώνες σε ένα συστημικό περιβάλλον
Το κείμενο που ακολουθεί γράφεται με αφορμή την απεργία των εργατών της τρικολάν. Πολλοί αγώνες εργατών έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στον ελλαδικό χώρο. Οι αγώνες αυτοί αφορούν κυρίως εργοστάσια μικρά ή μεγάλα που είτε κλείνουν είτε μεταφέρονται βορειότερα ή ανατολικότερα. Από τη σίσερ-πάλκο ως τη softex και την τρικολάν, οι αγώνες αυτοί μετά από ένα χρονικό διάστημα ξεχνιούνται κινούμενοι στα γραφεία αποζημιώσεως διαφόρων υπουργείων και επιτροπών της ευρωπαϊκής ένωσης.
Ο κύκλος κλείσιμο - απεργία - μίντια- πίεση στον υπουργό- ανυποληψία ή επίδομα από την εε, γιατί δεν ριζοσπαστικοποιείται ενάντια στα αφεντικά και το κράτος; Γιατί παραμένει απομονωμένος και δεν συναντιέται με άλλους κύκλους αγώνα;
Ένα μέρος της απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα είναι η αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια. Οι εργαζόμενοι δεν μοιράζονται κάποια αίσθηση κοινότητας, στο βαθμό που η εργασία τους δεν είναι αυτή που προσδιορίζει την κοινωνική τους ταυτότητα. Το άτομο αναγνωρίζει τον εαυτό του και χαρακτηρίζεται περισσότερο με βάση την δυνατότητα πρόσβασης στον καταναλωτικό παράδεισο παρά από το είδος ή το στάτους της εργασίας που κάνει. Η αυτοκινούμενη πολυτελής ματαιοδοξία του έλληνα δεν ενδιαφέρει κανέναν πώς προέκυψε. Το σημαντικό είναι ότι την κατέχει, τα υπόλοιπα (κομπιναδόρος, εργάτης στη σίνδο, προαγωγός, δημόσιος υπάλληλος, καταναλωτικό δάνειο, αφεντικό) είναι μαγκιά του.
Η εδραίωση της δημοκρατίας στα χρόνια της μεταπολίτευσης πέρασε πάνω από την άγρια καταστολή των εργατικών αγώνων που εκτυλίχθηκαν από τα μέσα ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 η «σοσιαλιστική επανάσταση» άρχισε να αποδομεί την ταξικότητα των υποκειμένων. Την εποχή εκείνη το βόλεμα στο δημόσιο, οι αρπαχτές μιας αναδυόμενης και διψασμένης μικρομεσαίας τάξης άρχισαν να θέτουν τις βάσεις για την λατρευτική στην επόμενη δεκαετία υπόσταση του χρήματος και των καταναλωτικών προϊόντων. Από αυτήν την κίνηση δεν μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστη η εργατική τάξη. Η επίδραση αυτή υπήρξε αυτοκαταστροφική για την ίδια καθώς ενσωματώνεται στον αναδευόμενο πολτό των μικρομεσαίων στρωμάτων. Οι κοινότητες, οι κώδικες συμπεριφοράς, οι άτυπες, αλλά πολύ ουσιαστικές, μορφές αλληλεγγύης στην καθημερινότητα δεν αντέχουν στις προκλήσεις του μικροαστικού ονείρου. Η απήχηση του μικροαστικού ονείρου βρίσκεται στη δυνατότητά του να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα του καθενός.
Διαμέρισμα στα δυτικά 5ος όροφος, αυτοκίνητο με δόσεις και διακοπές το καλοκαίρι στη χαλκιδική (οικογένεια εργατών)
Διαμέρισμα στην τούμπα 2ος όροφος, αγορασμένο αυτοκίνητο, διακοπές στις σποράδες (γιατρός, καθηγήτρια)
Η πτώση της χούντας και η επάνοδος της «δημοκρατίας» σηματοδότησε το τέλος του μεταπολεμικού αυταρχικού κράτους. Η χρόνια καταπίεση τόσο στον τομέα των δικαιωμάτων, όσο και η στέρηση των απολαύσεων διατηρούσε μια ομοιογένεια της ταξικής στέρησης. Μέσα στο χρόνο η στέρηση αυτή, ο μόχθος για ζωή, είχε παράγει έναν πλούτο εσωτερικό στους προλετάριους, έναν πλούτο σχέσεων και υπόγειων δικτύων αλληλεγγύης. Η σημασία αυτών των καταστάσεων ζωής είναι ανεκτίμητη γιατί ήταν αυθεντική, ρίζωνε σε εμπειρίες, σε τόπους εκμετάλλευσης και σε τόπους συνύπαρξης κατ’ εξοχήν δημιουργημένους από τους ίδιους τους ανθρώπους*. Τα κατειλημμένα εδάφη από μικρασιάτες πρόσφυγες, αλλά και από άλλους προλετάριους δημιούργησαν κοινότητες στα πολεοδομικά συγκροτήματα που μπορεί πια να αποτελούν γραφικές τουριστικές ατραξιόν (όπως τα καστρόπληκτα στην άνω πόλη) αλλά κάποτε υπήρξαν έστω και ασυνείδητα κύτταρα μιας άλλης, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανταγωνιστικής κοινωνικότητας.
Η μεταπολίτευση αποτέλεσε την αρχή του τέλους αυτής της κοινωνικής οργάνωσης. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας κινήθηκε χέρι χέρι με τη διάλυση των συλλογικών αυτών δεσμών - τρόπων επιβίωσης. Παράλληλα με την εδραίωση των «δημοκρατικών» δικαιωμάτων άρχισε να τονίζεται η επιθυμία των υποκειμένων και η ανάγκη του συστήματος να μπουν οι αποκλεισμένοι δυναμικά στο παιχνίδι της κατανάλωσης εμπορευμάτων. Την εποχή εκείνη η υποκειμενικότητα ξεχείλιζε και αναζητούσε διεξόδους έκφρασης, πολιτικοί και πολιτισμικοί εξτρεμισμοί αποτέλεσαν το γαλαξία των αρνήσεων αυτής της υποκειμενικότητας. Η κοινωνία ομογενοποιείται από εδώ και πέρα με βάση κώδικες που αφορούν κυρίως τρόπους αξιοποίησης του μη εργάσιμου χρόνου. Αυτοαξιοποίηση, χαλάρωση, ενδυνάμωση, κοινωνική αναγνώριση. Στρατηγικές και αντιλήψεις ατομικής ανάπτυξης έρχονται να απαντήσουν στον χαμένο από την εργασία χρόνο. Στρατηγικές όμως που αμφισβητούν ταυτόχρονα και κοινωνικούς θεσμούς όπως την οικογένεια, την κατεστημένη μέχρι τότε ψυχαγωγία εν γένει, την έννοια της παράδοσης.
Από την πλευρά της, η εξουσία αφουγκράστηκε αυτές τις τάσεις που πολλές φορές προσέλαβαν και ανατρεπτικές μορφές ενάντια στο σύστημα όπως τα νεολαιίστικα κινήματα των 60s - 70s. Η επέκταση της εξουσίας σε τομείς της ζωής πέρα από την εργασία στόχο είχε να αποκλείσει αρχικά την πιθανότητα οι αναζητήσεις για ζωή έξω από το χρόνο και το χώρο της εργασίας να προσλάβουν πιο αυτόνομες και μη υπολογίσιμες κατευθύνσεις.
Η εξουσία καταδύθηκε στο άτομο, διαφοροποιήθηκε για κάθε άτομο και κοινωνική ομάδα. Προσπαθεί να τους χωρέσει όλους για να εκμηδενίσει τις συγκρούσεις, να αδρανοποιήσει τις αντιστάσεις. Πάρτε για παράδειγμα την αγορά κινητών τηλεφώνων. Για τις πιο υποτιμημένες τάξεις προσφέρεται πρόσβαση στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας δένοντας τες όμως με δόσεις και πάγια εταιρειών για ένα, δύο χρόνια. Οι προλετάριοι έχουν πια πρόσβαση στον πλεονασμό, στην κατασκευασμένη πολυτέλεια, υποθηκεύοντας όμως τον εαυτό τους. Η δουλεία είναι ξανά εδώ αναβαθμισμένη σε εθελοδουλία. Τα νήματα που απλώνει πια η εξουσία δημιουργούν ένα πολύπλοκο και αντιφατικό πολλές φορές πλέγμα που αυτό που εν τέλει καταφέρνει είναι ο περιορισμός του καθενός σε ένα περίκλειστο από γιαλαντζί υποσχέσεις κελί και μια ντουντούκα σε κάθε σπίτι (τηλεόραση) που βροντοφωνάζει κάθε στιγμή την αξία αυτών των υποσχέσεων.
Η επανάσταση του εμπορεύματος αποτέλεσε το μέσο για τη μοριακή απεύθυνση της εξουσίας. Η εξουσία ανέπτυξε τον ζωτικό της χώρο όχι μόνο έξω από το χώρο και το χρόνο της εργασίας αλλά και έξω από τους παραδοσιακούς θεσμούς που συνέθεταν την κοινωνική ζωή (οικογένεια). Αναδιοργάνωσε την κοινωνική ζωή μικροαστικοποιώντας μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού που μέχρι τότε βρίσκονταν στην απέξω. Η μικροαστικοποίηση δεν έγινε φυσικά με το πιστόλι στον κρόταφο. Η επιθυμία για αυτοκαθορισμό των επιθυμιών ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα από τη στιγμή που η άνοδος στο προσκήνιο της σοσιαλιστικής κυβέρνησης στις αρχές του ’80 ακρωτηρίασε τα κοινωνικά ερείσματα ενός συνολικού ανατρεπτικού προτάγματος.
Η φυσιογνωμία του εργαζόμενου αλλάζει σημαντικά. Διχασμένος σε διπλές προσωπικότητες, μεθυσμένος από τη ζάλη της κατανάλωσης και της αυτοεπιβεβαίωσης κατακτά εμπορεύματα κινούμενος περιστασιακά σε κώδικες κοινωνικής αναγνώρισης που απαιτούν όμως να τους ανανεώνεις διαρκώς (καινούργιες οικοσκευές, αυτοκίνητα, κινητά). Η εξουσία λιγότερο επιβάλλει πια και περισσότερο υποβάλλει συμπεριφορές. Η συγκρότηση μιας ταυτότητας που θα αρνείται την ψευδή ζωή μιας αναλώσιμης κοινωνικότητας και θα προτάσσει αυτοοργανωμένες, βγαλμένες από τις σχέσεις μορφές ζωής αποτελεί μονόδρομο που πρέπει να επιλέξουν όσοι ασφυκτιούν σε αυτό τον κόσμο.
Το σχετικό πλεόνασμα που δημιουργείται δίνει τη δυνατότητα της υποκειμενικής ανάπτυξης του καθενός (ενάντια σε κάθε άλλον εννοείται). Με στόχο αυτό το πλεόνασμα δημιουργείται μια αγορά που προσφέρει όλο και περισσότερα τα οποία εδραιώνονται ιδεολογικά αλλά και πρακτικά σαν βασικά. Και η ταυτόχρονη εδραίωση της διαμεσολάβησης. Από τις ανάγκες που το κράτος προσφέρει μια επαρκή κάλυψη στην υγειά, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση (την γενικεύει) και δικαιοσύνη.
Κάθε ιδέα αυτόνομης οργάνωσης γίνεται περιττή, κάθε πλευρά της ζωής μπορεί να υπάρξει, να ικανοποιηθεί, να αναπτυχθεί μέσα από τους υπάρχοντες θεσμούς (με τις απαραίτητες διορθώσεις βέβαια, και την απαραίτητη επίβλεψη). Μόνο που όλες οι ανιστορικές αντιλήψεις της πραγματικότητας δένουν θηλιές γύρω από το λαιμό εκείνου που τις ασπάζεται. Η διογκούμενη ανισότητα μεταξύ διαφόρων περιοχών του πλανήτη (στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ της Ελλάδας και των υπολοίπων Βαλκανίων) έχει ως αποτέλεσμα αργά η γρήγορα να βρεθούν άλλοι εργάτες, εξαθλιωμένοι, πιο πρόθυμοι να αποδώσουν καλύτερα και φθηνότερα. Μπορεί να μεταναστεύσουν αυτοί, μπορεί να είναι και το ίδιο το κεφάλαιο που θα πάει να αναζητήσει αλλού τα χέρια και τα μυαλά που χρειάζεται. Αυτοί που δεν θα μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση (εδώ πολλές φορές οι ρόλοι μπερδεύονται), εξαντλημένοι από τον γενικευμένο ανταγωνισμό δεν μπορούν πια να αντεπεξέλθουν στην υπερκαταναλωτική και ολοκληρωτικά εμπορευματοποιημένη καθημερινότητά τους παρά μόνο υποθηκεύοντας το μέλλον τους. Στην άλλη όψη της καθημερινότητας κρύβεται η επιβολή. Καταρχήν, είναι η υπαγωγή του δημόσιου χώρου αλλά και του ελεύθερου χρόνου στην εμπορική διαδικασία. Η χρήση τους, αν δεν είναι από μόνη της κατανάλωση, προϋποθέτει την κατανάλωση τρίτων εμπορευμάτων. Κατά δεύτερο, είναι η διαχείριση της αβεβαιότητας που γεννά το κρατικοκαπιταλιστικό σύμπλεγμα. Αβεβαιότητα υπαρξιακή του αποξενωμένου και απομονωμένου, τυφλωμένου από τον απόλυτο υποκειμενισμό του ατόμου. Και ο φόβος: της βίας που ασκείται ανάμεσα στις οριζοντιωμένες διαιρέσεις της κοινωνίας (εθνικές, ατομικές) και της βίας που ασκείται ανάμεσα στις κρατικές οντότητες (κυρίαρχες ή επίδοξες) με θύματα όμως τους πληθυσμούς.