Ο μύθος του '21

"Ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης ήταν απαραβίαστος, αφορολόγητος και αμετακίνητος. Οι δικαιοδοσίες του σχετικά με το αστικό δίκαιο που είχαν καθοριστεί κατά τη διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, διατηρήθηκαν και αυξήθηκαν. Οι αποφάσεις του πατριαρχικού δικαστηρίου, που δίκαζε σε δεύτερο βαθμό, ήταν εκτελεστές με την εγγύηση των αρχών [σ.τ.σ: του οθωμανικού κράτους]. Αργότερα ο πατριάρχης απέκτησε το δικαίωμα να φορολογεί τους πιστούς και τον κλήρο για τις ανάγκες της εκκλησίας. Έναντι αυτών των δικαιωμάτων, με τα οποία διαφυλάχτηκε η εσωτερική οργάνωση της ορθόδοξης εκκλησίας, ο πατριάρχης ήταν υπόλογος στο σουλτάνο για θέματα καθαρά κοσμικά: όφειλε να κρατεί το ποίμνιο σε υποταγή" (σχολικό βιβλίο Α’ Λυκείου, τόμος Α, εκδ.1996, σελίδες 236-237)

"Οι πιεστικές συνθήκες που κυριαρχούν στις αγροτικές κοινωνίες αναγκάζουν τους περισσότερο αδικημένους, λιγότερο ευνοημένους και ανυπότακτους να καταφεύγουν στα βουνά ως ληστές. Οι γαιοκτήμονες και το κράτος αντιμετώπισαν πάντοτε τους ληστές ως κακούργους, ενώ οι χωρικοί, όσους εμφανίστηκαν σαν εκδικητές των ισχυρών και προστάτες των αδυνάτων, τους βοήθησαν και τραγούδησαν τα κατορθώματα τους.", "...και έχοντας ως ορμητήριο τα βουνά εκδικούνταν πιεστικά όργανα του κράτους, συλλάμβαναν ευκατάστατους για να τους πάρουν λύτρα, λήστευαν εμπόρους στα στενά περάσματα, ενεργούσαν επιθέσεις στα πεδινά και καμιά φορά λεηλατούσαν και έκαιγαν ολόκληρα χωριά.", "...Από τις ομάδες αυτές αναπτύχθηκε η συλλογικότητα στη λήψη των αποφάσεων και καλλιεργήθηκαν αρετές, όπως η παλικαριά ή η λεβεντιά που ως ήθος επιβίωσαν και σήμερα ακόμη." (σχολικό βιβλίο Α’ Λυκείου, τόμος Α, εκδ.1996, σελίδες 246-247)

από παραμυθάς Λιάκος

Διαβάζοντας ξανά μετά από χρόνια τα σχολικά βιβλία της ιστορίας που αφορούν στην λεγόμενη εποχή της τουρκοκρατίας και την εξέγερση του 1821 στον ελλαδικό χώρο, μπορεί κανείς, ανάμεσα στους λίβελους για το έθνος και την ορθοδοξία, να συναντήσει και αποσπάσματα σαν τα παραπάνω. Να ’ναι κρίση ειλικρίνειας των συγγραφέων ή μήπως κάποιες πραγματικότητες είναι απλά αδύνατο να αποκρυφθούν; Σε κάθε περίπτωση η μισή αλήθεια είναι ψέμα, έτσι στην ενότητα για τους κλέφτες, το σχολικό βιβλίο καταλήγει: "Οι κλέφτες και οι αρματολοί σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας συντήρησαν την εθνική αντίσταση [σ.τ.σ. κάτι σαν το ΕΑΜ δηλαδή;] κατά του κατακτητή και αποτέλεσαν τις δυνάμεις των άτακτων που έδρασαν αποτελεσματικά στον αγώνα της ανεξαρτησίας". Η αλήθεια είναι πως όντως αυτές οι δύο ομάδες ήταν οι μόνες ένοπλες κατά το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1821, αν και όπως και το ίδιο το βιβλίο αναφέρει "Οι αρματολοί, ήταν ειδικά σώματα φύλαξης των περασμάτων(...) και προστασίας της υπαίθρου [σ.τ.σ από τους κλέφτες] που οργάνωσε το οθωμανικό κράτος"[σελίδα 248]. Το ψέμα είναι η "εθνική αντίσταση κατά του κατακτητή". Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή για να δούμε τι το "εθνικό" είχε η πολυφυλετική κοινωνία του ελλαδικού χώρου κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, τι σήμαινε κατακτητής, ποιος ήταν ο πραγματικός καταπιεστής και κατά ποιων έγινε τελικά όχι μόνο η εξέγερση του 1821, αλλά και οι δεκάδες άλλες που προηγήθηκαν αυτής.

ΜΥΘΕΥΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ *1

Οι σύγχρονοι απολογητές της αστικής τάξης, στηρίζουν την εκδοχή τους για το ’21 πάνω σε μυθοπλασίες περί ελληνικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και-ακόμη χειρότερα- ιστορικής ενότητας της ελληνικής φυλής από τα ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα, παραβλέποντας πως ο ιστορικός βίος της αρχαίας ελλάδας τερματίζεται οριστικά το 147μ.χ. με την κατάκτηση της Κορίνθου από τους ρωμαίους*1. Μετά την επέκταση και εδραίωση του χριστιανισμού ο ελληνικός πολιτισμός ταυτίζεται με την ειδωλολατρία. Η φανατική αντιπαλότητα των οπαδών του Ναζωραίου και αυτών των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών που εδράζονταν στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις, θα εγείρει τέτοια ανθελληνική λαίλαπα που τελικά το μόνο που θα μείνει να θυμίζει κάτι απ΄ την κλασική ελλάδα είναι η γλώσσα. Ακόμα και η λέξη ‘Ελλην ήταν υβριστική και σήμαινε τον ειδωλολάτρη, τον άπιστο. Η πιο διαδεδομένη γλώσσα τον καιρό εκείνο στη λεκάνη της ανατολικής μεσογείου ήταν η απλή ελληνική (δημοτική) κι αυτή φυσικά διάλεξε η νέα θρησκεία για την εξάπλωσή της. Όταν τελικά ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους , υιοθετήθηκε με τη σειρά της και η ελληνική σαν επίσημη γλώσσα, στην λόγια της όμως εκδοχή που ήταν η αρχαΐζουσα. Παρόλα αυτά το μωσαϊκό των λαών που κατοικούσε στη βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχε καμία συνείδηση ότι καταγόταν από τους αρχαίους έλληνες. Μέχρι και το 10ο μ.χ. αιώνα αποκαλούσαν τους εαυτούς τους ρωμαίους και το κράτος ρωμαϊκή βασιλεία που δεν ήταν παρά η συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην ανατολή. Ακόμη και η ονομασία βυζαντινή αυτοκρατορία είναι μεταγενέστερη. Όταν λοιπόν αναφερόμαστε στα βυζαντινά χρόνια μπορούμε να μιλάμε για χριστιανική αυτοκρατορία αλλά σε καμία περίπτωση για ελληνική. Οι μύθοι που θέλουν τους υπηκόους της βυζαντινής αυτοκρατορίας να έχουν ασπαστεί τον ελληνικό πολιτισμό και να έχουν ομογενοποιηθεί γύρω απ’ αυτόν και γύρω από τη γλώσσα, μόνο στη σφαίρα της νοσηρότερης φαντασίας μπορούν να ανήκουν. Μέχρι και τουλάχιστον το 14ομχ αιώνα φαίνεται πως ακόμα κι οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου δε έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για τη παλαιά ελληνική ιστορία. Εξάλλου και η σύνθεση του εκεί πληθυσμού μετά τις αλλεπάλληλες επιδρομές, τις σταυροφορίες, τους αποικισμούς και τις μετακινήσεις πληθυσμών μόνο σαν αμιγώς ελληνική δε μπορεί να χαρακτηρισθεί. Πρόκειται για ένα συνοθύλευμα λαών που περιλαμβάνει παλαιοελλαδίτες (ρωμιούς), σλάβους, βούλγαρους, αρβανίτες, βλάχους, άραβες(στη Ρόδο και στη Κρήτη), εβραίους κ.ά.

ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ

Οι πρώτες νύξεις για συγκρότηση του ελληνικού έθνους γίνονται στα τέλη του 14ουμχ αιώνα οπότε και οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες αρχίζουν κατά τόπους να αλλάζουν. Η έννοια του έθνους αποτελεί ένα κατασκευασμένο ιδεολόγημα που εξυπηρετεί συγκεκριμένες οικονομοτεχνικές ανάγκες. Η εμφάνιση της τάξης των εμποροβιοτεχνών -που αργότερα θα χαρακτηρισθεί ως αστική- και του εμπορικού κεφαλαίου απαιτεί για την ανάπτυξη της μία εξωγενή ομογενοποίηση, όπως αυτή του έθνους, με βάση την οποία μπορούν να κτισθούν σχηματισμοί (κράτη) που επιτρέπουν την επέκταση των εμπορικών συναλλαγών, τη δημιουργία μεγάλων εσωτερικών αγορών, τη θέσπιση ενιαίας νομοθεσίας και τη διάλυση της κοινοτιστικής αποκεντρωτικής οικονομίας. Η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους οθωμανούς, αρκετά πριν το 1453 μ.χ., ανέκοψε την όποια πορεία ανάδειξης της μεσαίας τάξης κι η προπαγάνδιση του ελληνικού εθνισμού παγώνει, για να αναζωπυρωθεί μετά την επικράτηση της Γαλλικής επανάστασης. Σκόπιμα η καθεστηκυία ιστοριογραφία θα αποδώσει την έξαρση των απελευθερωτικών αγώνων των καταπιεσμένων κατά την προεπαναστατική περίοδο, στην εκπορευόμενη από τους αστούς, κυρίως των παροικιών, μετάγγιση των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού στους παντελώς αναλφάβητους φτωχούς ραγιάδες, και την τόνωση ενός ουσιαστικά ανύπαρκτου εθνικού αισθήματος, στην πολυφυλετική, πολυπολιτισμική, πολυιδιωματική και χαλαρά συνδεδεμένη ελλαδική κοινωνία διαστρεβλώνοντας έτσι μια ιστορικά τεκμηριωμένη αλήθεια. Το γεγονός δηλαδή ότι η πολιτισμική ομογενοποίηση των ετερογενών ανθρώπινων πληθυσμών του ελλαδικού χώρου, μέσω της επιβολής του ιδεολογήματος του ελληνισμού, θα επιτευχθεί με τη βία και μια μακρόχρονη εθνική εκπαίδευση, μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους.

ΤΑ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αρχικά ο Ιερός Νόμος του οθωμανικού κράτους προέβλεπε πως η γη ανήκει στο σουλτάνο κι οι αγρότες καλλιεργητές έχουν κλήρους που παραχωρούνται από το κράτος, χωρίς να καταβάλουν κανένα ενοίκιο προς αυτό. Ανάμεσα στον τυπικό ιδιοκτήτη, το κράτος, και τον ουσιαστικό ιδιοκτήτη, τον καλλιεργητή, δεν υπήρχε κανένα ενδιάμεσο στρώμα αριστοκρατών, ευγενών και άλλων φεουδαρχών. Οι φόροι καθορίζονταν από τη κεντρική εξουσία στη βάση ενός απλού διανεμητικού συστήματος, κι ο υπεύθυνος για την είσπραξη τους ήταν ο τιμαριώτης σπαχής που ασκούσε και τη διοικητική εξουσία στη περιοχή. Έτσι οι φόροι δεν είχαν προσωπικό χαρακτήρα σε κανένα επίπεδο και οι κάτοικοι των περιοχών, των νομών, των επαρχιών και των χωριών ήταν συλλογικά υπεύθυνοι. Από ένα καιρό και μετά επικράτησε το σύστημα ενοικίασης των φόρων κατά το οποίο ο τοπικός άρχοντας (προύχοντας) κατέβαλε εκ των προτέρων στη κεντρική διοίκηση το ποσό και εξασφάλιζε το δικαίωμα είσπραξης των φόρων από την αντίστοιχη περιοχή. Η ενοικίαση, κατανομή και είσπραξη των φόρων υπήρξε η βασική και πλέον προσοδοφόρα αρμοδιότητα των προυχόντων, ενώ με το καιρό τους παραχωρήθηκαν και διοικητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρμοδιότητες από τους οθωμανούς, στους οποίους δεν ήταν αναγκασμένοι να λογοδοτούν για τον τρόπο άσκησης τους παρά μόνο για τα αποτελέσματά τους. Οι προύχοντες ή κοτζαμπάσηδες είλκυαν την καταγωγή τους από τους χριστιανούς σπαχήδες των πρώτων αιώνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας και αποτέλεσαν την αγροτική αριστοκρατία της προεπαναστατικής εποχής στον ελλαδικό χώρο. Η αφαίμαξη, η καταπίεση κι η εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών από τους κοτζαμπάσηδες ήταν τέτοια που σε πολλές περιπτώσεις ολόκληρες κοινότητες ξεσηκώθηκαν και πήραν στο κυνήγι τους φοροεισπράκτορες και την ένοπλη συνοδεία τους. Στην αβάσταχτη φορολογία του τουρκικού κράτους με τον κεφαλικό, τη δεκάτη και τους διάφορους άλλους έκτακτους φόρους ερχόταν να προστεθεί κι ο φόρος που κάθε χριστιανός ραγιάς έπρεπε να καταβάλει στην εκκλησία, ο επονομαζόμενος ρόγα ή ζητεία που άγγιζε το 1/3 του ετήσιου εισοδήματος κάθε χριστιανικής οικογένειας. Η αδυναμία των φτωχών χωρικών να πληρώσουν τους φόρους, τα θελήματα και να αποπληρώσουν τους τοκογλύφους –μεγάλη μάστιγα της εποχής εκείνης- οδήγησε σε συγκέντρωση της γαιοκτησίας στα χέρια λίγων με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού πληθυσμού να είναι σχεδόν σκλαβωμένο στους φεουδάρχες (έλληνες και τούρκους), τα μοναστήρια και τον ανώτερο κλήρο. Η εκκλησία κατείχε από το καιρό του βυζαντίου τεράστιες εκτάσεις, και παρά το πέρασμα μέρους αυτών στο οθωμανικό "δημόσιο", στο τέλος του 18ου αιώνα αυτές κάλυπταν το ¼ του ελλαδικού χώρου. Από νωρίς η σουλτανική εξουσία αναγνώρισε πόσο αναγκαία χρήσιμα τής ήταν για τη παγίωση της κυριαρχίας της, τόσο ο χειραγωγικός και κατασταλτικός ρόλος της εκκλησίας, όσο και ο γραφειοκρατικός της μηχανισμός, και η παραχώρηση των περίφημων προνομίων δεν ήταν παρά το αντάλλαγμα για την παροχή των άνωθεν υπηρεσιών της προς το σουλτάνο. Έτσι η εκκλησία έδρασε σε συνεργασία με τον κατακτητή για να εκμεταλλεύεται πολιτικά και οικονομικά τους υποτελείς της. Γενικά δεν ήταν ο τούρκος αγάς αυτός που ερχόταν σε άμεση επαφή με τον αγρότη, όσο ο χριστιανός προύχοντας κι ο δεσπότης, που με το να είναι υποχείρια της τούρκικης εξουσίας, έγδυναν με χίλιους τρόπους το ραγιά δουλευτή.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανοκρατορίας σημειώθηκαν στη νότια βαλκανική πολλές κοινωνικές εξεγέρσεις, κυρίως από τους αγροτοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς, οι οποίες φυσικά δεν εξέλειψαν και μετά το ξεσηκωμό του ’21. Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης και η άγρια καταστολή των εξεγέρσεων αυτών (όπως αυτή στη Θεσσαλία στα 1600-1601μχ), θα οδηγήσουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στην εγκατάλειψη του πεδινού χώρου και στον εποικισμό των βουνών και των νησιών. Στον σχετικά ελεύθερο ορεινό και νησιωτικό χώρο θα συντελεστεί η διαδικασία σύγκλισης των ετερογενών ανθρώπινων ομάδων (ρωμιοί, αρβανίτες, βλάχοι, σλάβοι κ.ά.*2) του ελλαδικού χώρου και θα συνεχιστεί η αντικαθεστωτική δραστηριότητα. Οι ορεινές αυτές κοινότητες θα αποτελέσουν και την αιχμή του δόρατος στην εξέγερση του 1821, σε αντίθεση με τη πενιχρή συμμετοχή των δουλοπάροικων πια αγροτών (π.χ. της Θεσσαλίας) και των αστικών πληθυσμών.

ΟΙ ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ

Στη πραγματικότητα οι αρματολοί ήταν οργανικο μερος της κατασταλτικής μηχανής του οθωμανικού κράτους, όντας μισθοφόροι που λειτουργούσαν σαν εκτελεστικό όργανο του πασά και του χριστιανού κοτζαμπάση. Οι αρματολίτικες ομάδες ήταν έντονα ιεραρχημένες και ανάλογα με τη θέση του καθένα στην ιεραρχία καθορίζονταν κι οι αμοιβές τους. Στις περιοχές που είχαν υπό την εξουσία τους είχαν σχηματιστεί δυνατές στρατιωτικές αριστοκρατίες, που εξουσίαζαν τους χωρικούς με βάρβαρο τρόπο. Η μόνη σχέση που είχαν με τους κλέφτες ήταν όταν σκόπιμα μεταπηδούσαν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο (από αρματολοί κλέφτες κι από εκμεταλλευτές των ανθρώπων σε σωτήρες τους) στο κυνήγι της εξουσίας και του πλούτου. Όντας παραγκωνισμένοι στις παραμονές της επανάστασης, θα υιοθετήσουν επιφανειακά τη γεννημένη στις παροικίες του εξωτερικού εθνική ιδεολογία και θα εμφανιστούν σαν "ελευθερωτές" μετά την έκρηξή της, για να πρωταγωνιστήσουν μαζί με τις υπόλοιπες ηγετικές ομάδες στο πολύχρονο κι αιματηρό ενδοεξουσιαστικό παιχνίδι, που θα παιχτεί στις πλάτες των εξεγερμένων ραγιάδων και θα οδηγήσει τελικά στη συγκρότηση του εθνικού κράτους.

*1: Να σημειώσουμε εδώ πως το τελευταίο "ελληνικό" κράτος καταλύθηκε το 338 π.χ. στη μάχη της Χαιρώνειας από έναν βάρβαρο, τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, τον οποίο οι νεοέλληνες βάπτισαν Μέγα και έλληνα ενώ οι τότε έλληνες τον θεωρούσαν Μέγα Βάρβαρο.

*2: Επίσης να σημειώσουμε την συνεισφορά των Αρβανιτών στην "εθνική επανάσταση του ‘21" όπως αντικατοπτρίζεται από την πρόταση του Γέρου του Μoριά (και μέγα σφαγέα της Τρίπολης) Θ. Κολοκοτρώνη, ο οποίος πρότεινε το νέο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος να είναι δίθρησκο και δίγλωσσο. Κι αυτό γιατί πολλοί από τους Αρβανίτες είχαν ασπαστεί το μωαμεθανισμό (οι λεγόμενοι "τουρκαλβανοί" από τα ξεφτέρια της ελληνικής ιστοριογραφίας), όπως ακριβώς είχανε κάνει και πάμπολλοι έλληνες, οι οποίοι βέβαια αφού έπαψαν να είναι χριστιανοί ορθόδοξοι βαπτίστηκαν τούρκοι και ανταλλάχθηκαν το ’22 με μία από τις πιο ντροπιαστικές συμβάσεις για το ανθρώπινο γένος και τις καταραμένες του συνοριακές φυλακές που ονόμασε κράτη, τις ανταλλαγές πληθυσμών.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη