Η ζωή εν τάφω

από Κλάρα Λ.

«Παλιότερα, ο θάνατος ήταν μια τραγωδία – συχνά κωμική- όπου κάποιος υποδυόταν πως πρόκειται να πεθάνει. Σήμερα, ο θάνατος είναι μια κωμωδία συχνά δραματική που κάποιος παριστάνει ότι δεν ξέρει πως πρόκειται να πεθάνει». Η εξέλιξη αυτή διατυπωμένη στη θεματική ιστορία του Φιλίπ Αριές, δεν αφορά μόνο στη στενότητα του επιθανάτιου ρόγχου. Ο άνθρωπος ήταν κυρίαρχος του θανάτου του, μια που είχε την πλήρη επίγνωσή του, επέλεγε τον χαρακτήρα των τελευταίων του στιγμών, τους ασπασμούς στους αγαπημένους, το έσχατο παρόν του. Ο ξαφνικός θάνατος ήταν επίφοβος, γιατί ακριβώς στερούσε τον άνθρωπο από τον θάνατό του. Σήμερα, ο θάνατος νοείται μόνο ως ξαφνική βλάβη, ονοματίζεται με μια μηχανική ορολογία που οριοθετεί το ιατρικοποιημένο σώμα. Κάνουμε όλοι πως δεν υπάρχει κι όταν δεν μπορούμε να αποφύγουμε πια το τετελεσμένο γεγονός του, αυτό δεν αποτελεί παρά μια ελάχιστη κακή έκπληξη στη μιζέρια του καπιταλισμού.

Υπάρχει μια σκηνή από τη Νύχτα των ζωντανών νεκρών όταν τα βαμπίρ στοιχειώνουν το εμπορικό κέντρο. Ο συμβολισμός της παραπάνω σκηνής αποτελεί την πραγματικότητα του σύγχρονου θανάτου. Η Δύση πραγμάτωσε την ευαγγελική επωδό. Πάτησε τον θάνατο με θάνατο. Μια δεύτερη σκηνή από την ίδια δραματική κωμωδία είναι η απαγόρευση των κηδειών στα εμπορικά κέντρα. Ενώ η εκκλησία κρίθηκε απαραίτητη για να συντηρεί το φολκλόρ και να οικειοποιηθεί τη μνήμη στους ναούς του καπιταλισμού, με το κύρος αυτού που είχε το θάνατο υπό την επίβλεψή του, επισφράγισε την απαγόρευσή του.

Γιατί έχουμε στερηθεί το δικαίωμα στο θάνατο; Τόση βλάβη εν ονόματι της ζωής, γιατί δεν συμφιλιωθήκαμε με το αναπόδραστο τέλος της; Καταναλώστε όσο θάνατο θέλετε, αλλά μην πενθείτε, επιβάλλει η προσταγή της αέναης ευφορίας. Το πένθος είναι μια συνθήκη του αποχωρίζεσθαι και από μας δεν λείπει τίποτα. Καταναλώνοντας σχέσεις όπως τα προϊόντα στα ράφια, είμαστε όλοι αντικαταστήσιμοι, αφού εξέπεσαν τα νοήματα που συνιστούν τη μοναδικότητά μας, αφού νοήματα πια δεν υπάρχουν. Η αντικατάσταση ανανεώνει το ιδεολόγημα του ανταγωνισμού, κάθε φορά που το νεότερο επιβιώνει στο πτώμα του χρησιμοποιημένου προηγούμενού του. Ο θάνατος πανίσχυρος περιφέρει τα νοήματά του, την αέναη καταστροφή και αυτοκαταστροφή εκεί που ο βίος έγινε ανούσιος, πραγματικά αβίωτος. Το νόημα υπάρχει μέσα απ’ τη μελαγχολία. Αν αυτή μετουσιώνεται σε ό,τι πιο φθαρτό υπάρχει, στην ευδαιμονία της μιας χρήσεως, στη διάψευση κάθε σημασίας, στο φόβο του εφήμερου, στο άγχος για το κυνήγι της επόμενης επιβεβαίωσης, για ανθρώπους που είναι πράγματα και για πράγματα που υποκαθιστούν ανθρώπους, η ζωή θα είναι ένα κακόγουστο, ανυπόφορο αστείο.

«Αυτή η τρομερή εξουσία θανάτου- και ίσως είναι αυτό που της έδωσε ένα μέρος της δύναμής της και του κυνισμού με τον οποίο έσπρωξε τόσο μακριά τα ίδια της τα όρια- εμφανίζεται τώρα σαν το παραπλήρωμα μιας εξουσίας που ασκείται θετικά πάνω στη ζωή, που αναλαμβάνει να τη διαχειρίζεται, να τη μεγαλώνει, να την πολλαπλασιάζει, να ασκεί πάνω της ακριβείς ελέγχους και συνολικές ρυθμίσεις». Ο Φουκώ λέγοντας εξουσία θανάτου αναφέρεται στους αιματηρούς πολέμους από τον 18ο αι. και μετά. Αποκάλυψε όμως και ένα άλλο μεγάλο σύμπτωμα της βιο-πολιτικής. Την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Μια εξουσία που έχει απλώσει τα πλοκάμια της στην ίδια τη ζωή, ασχολείται όλο και λιγότερο με τον θάνατο, γίνεται το όριό της, η στιγμή που της διαφεύγει. Για μια τέτοια εξουσία, η επιβολή του θανάτου είναι η αντίφασή της. Η κατάφαση βρίσκεται εκεί που ο θάνατος εξαφανίζεται, γιατί όταν η ζωή δεν έχει νόημα τι ενδιαφέρει το τεχνικό της τέλος;
Κάποιος φώναξε οδηγούμενος στο ικρίωμα «Να επιλέξεις τη ζωή σου. Το θάνατο άσε να σου τον επιλέξουν άλλοι». Αυτή η υπέροχη ηττοπάθεια μια στιγμή πριν από τον θάνατο, δεν είναι παρά μια κενή αντιφατική δήλωση. Το φιλοσοφείν είναι ένας τρόπος να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε, γιατί το μεγαλείο του ανθρώπου έγκειται στο ότι γνωρίζει την αθλιότητά του. Στα Όνειρα ο Κουροσάβα κινηματογράφησε τον λόγο πάνω σε μια ελευθερία: την τραγική επιλογή της στάσης απέναντι στη μη-ζωή που προϋποθέτει την επιλογή της ίδιας της ζωής. Ο θάνατος των βιβλίων όμως είναι ο μόνος που επιβίωσε έτσι κι αλλιώς. Η λογοτεχνία δεν έπαψε να μιλά de morte et mortius σαν μια παρένθεση στην υπαρξιακή αγωνία. Το σύγχρονο μυθιστόρημα επιμένει στον άνθρωπο ενώπιον του θανάτου, εκεί που το μοντέρνο μιλούσε για την ευαίσθητη εφηβεία. Μας παραχωρήθηκε ένας γραφικός, διανοουμενίστικος θάνατος, αδύνατος να γεμίσει το κενό.

Το 18ο αι. οι νεκροί εκτοπίστηκαν έξω από το σκηνικό της πόλης. Η ιδέα της μεσαιωνικής συνύπαρξης με τους νεκρούς προκαλούσε φρίκη. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι ζούσαν μαζί τους σε μια οικειότητα, ότι έκαναν πανηγύρια στα νεκροταφεία φαινόταν ανήθικο, γιατί άφηνε τον θάνατο έκθετο, ανίερο, όπως και την εικόνα της διάλυσης και αποσύνθεσης με την οποία αυτός ταυτιζόταν. Στις αρχές του 20ου αι. ο τόπος του θανάτου αλλάζει. Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πια στο σπίτι τους. Πεθαίνουν στο νοσοκομείο, μόνοι, κάτω από το άγρυπνο μάτι της ιατρικής εξουσίας. Ο Αριές αναφέρει ένα ενδιαφέρον περιστατικό από την ιδεολογία του θανάτου στο νοσοκομείο:

Μια ηλικιωμένη κυρία φερόταν στην αρχή σύμφωνα με τους κανόνες. Συνεργαζόταν με τους γιατρούς και τις νοσοκόμες, αγωνιζόταν θαρραλέα ενάντια στην αρρώστια. Μια μέρα όμως έκρινε ότι είχε αρκετά αγωνιστεί κι ότι είχε έρθει η ώρα να τα παρατήσει. Έκλεισε τα μάτια της και δεν τα ξανάνοιξε. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες απελπίστηκαν και ειδοποίησαν αμέσως κάποιον από τους γιατρούς για να την πείσει να πάψει να πληγώνει τους πάντες. Η παραίτηση δεν επιτρέπεται. Οφείλουμε να είμαστε παραγωγικοί ακόμα και στα πρόθυρα του θανάτου. Η επιλογή του ίδιου μας του θανάτου είναι μια προσβολή, όχι πια απέναντι στο θεό, αλλά απέναντι στην ιατρική εξουσία.

Τον περασμένο χρόνο δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο στην Αμερική, για την οποία λέγεται παραπλανητικά πως κινείται στην κατεύθυνση της άρσης της απαγόρευσης του θανάτου. Η Τέρι Σκιάβο πέθανε όχι στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, αλλά στις οθόνες μας. Μετά από 15 χρόνια σε κώμα και διαβεβαιώσεις ότι δεν πρόκειται να επανέλθει, η ευθανασία της αποφασίστηκε μετά από σχετικό δικαστήριο. Στο μεταξύ όλες οι ζώσες συνιστώσες του θανάτου- αγωνία, πόνος, θλίψη- είχαν εξαντληθεί. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να βιωθεί, μια που το πένθος είναι η μόνη δυνατή συνθήκη να βιωθεί ο θάνατος. Πέρα από το γεγονός της στέρησης του θανάτου, το παράδειγμα αυτό ακολούθησε μια άλλη διαδρομή προς τον θάνατο. Στην κατεύθυνση της απαγόρευσης δημιουργήθηκε ένας άλλος λόγος γι’ αυτόν. Ο καλύτερος τρόπος να μην φαίνεται κάτι είναι να γίνεται όσο το δυνατόν πιο προφανές. Η προβολή του θανάτου τον μετατρέπει σε εικόνα που πάντοτε ακροβατεί στο όριο του αληθινού και του ψεύτικου. Ο θάνατος- θέαμα είναι ο νέος αποδεκτός τρόπος να πεθαίνεις.

Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι υπαρξιακές αναζητήσεις ίσως να μην μπορούν από μόνες τους να αντιμετωπίσουν την πολιτικοποίηση του θανάτου, τον τρόπο που τα όριά του διασαλεύονται, τη διαχείρισή του. Υπαρξιακό όμως είναι το πλαίσιο της σκέψης και δράσης σήμερα. Τον άξονα των ερωτημάτων για την ελευθερία, τον θάνατο, την ανάγκη νοήματος τέμνουν το άγχος και ο φόβος της ζωής στην κοινωνική συνθήκη της προσωρινότητας. Στερηθήκαμε την ποιητική του θανάτου γιατί οι διαδρομές του παρακολουθούν τις παλινδρομήσεις της εξουσίας. Γνωρίζουμε καλά ότι καμία προβολή στο μέλλον δεν είναι πια δυνατή. Τώρα που όλα ξεφεύγουν απ’ τα χέρια μας, ένας αβέβαιος θάνατος αποκτά μεγαλύτερη εξουσία.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη