120 χρόνια μετά τιποτε δεν είναι όπως θα μπορούσε

Ένα ακραίο ταξικά νομοσχέδιο

από μίμης

Εδώ και δύο περίπου δεκαετίες η αποσύνθεση της εργατικής ταυτότητας, άρχισε να διαλύει τις αρνήσεις στις επιθέσεις των αφεντικών. Καταστράφηκαν μαζικά κοινωνικές σχέσεις και δίκτυα αλληλεγγύης που χαρακτήριζαν τη ζωή τις δεκαετίες του 60 –70 και πριν. Οι εργάτες και οι αγρότες μετατράπηκαν σε υπαλλήλους, μικροεπιχειρηματίες, επιστήμονες που «στρατολογήθηκαν» από το κράτος. Η βασική ρήξη με την προηγούμενη περίοδο ήταν η κυριαρχία της αφοπλιστικής ταυτότητας του ιδιώτη. Η φιγούρα του δημόσιου υπάλληλου, του αυτοδημιούργητου εμποράκου ήταν κεντρική στο συλλογικό συνειδητό για ένα μεγάλο διάστημα μετά τη μεταπολίτευση. Οι αποκλεισμοί με βάση τις πολιτικές ταυτότητες ήταν παρελθόν. Μια αίσθηση δημοκρατικής επανάστασης. Οι παγιωμένες κοινωνικές θέσεις σαρώθηκαν από την υποτιθέμενη κοινωνική κινητικότητα. Όλοι είχαν τη δυνατότητα να ανελιχθούν αν κατέβαλαν προσπάθειες και ποδοπατούσαν τους υπόλοιπους. Έτσι οι περισσότεροι αφιερώθηκαν στην απρόσκοπτη υποκειμενική τους επένδυση. Μια νέα ζωή ξημέρωνε. Φυσικά, όπως πάντοτε άλλωστε, οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί πάτησαν και στην ανάγκη μετατόπισης του μπλοκαρισμένου έως τότε, εν ελλάδι καπιταλισμού. Οι τομείς των υπηρεσιών, της οικοδομικής δραστηριότητας, του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας εν γένει, απαιτούσαν πληθυσμούς που θα αγοράσουν όλα αυτά τα αγαθά. Ταυτόχρονα για να ευδοκιμήσουν χρειαζόταν να επιστατευθεί η δημιουργικότητα των υπηκόων να εκπαιδευτούν να μετατρέπουν την δημιουργικότητα σε επιχειρηματική καινοτομία.

Ουσιαστικά οι πολιτικές διεκδικήσεις του 60 και του 70 βάθυναν τα θεμέλια του καπιταλισμού στην ελλάδα όπως και στην υπόλοιπη δύση. Τα αιτήματα για πολιτικές ελευθερίες ικανοποιήθηκαν με τη μορφή πλημμυρίδας που προσέλαβε η έκρηξη της υποκειμενικότητας. Όλοι είχαν την αίσθηση ότι είναι πιο ελεύθεροι από τη στιγμή που εκπλήρωναν προσωπικά απωθημένα χρόνων. Ως φυσική συνέχεια οι επιθυμίες αποκόπηκαν από συλλογικά φαντασιακά και έγιναν μηχανές ματαιοδοξίας.

Οι άνθρωποι με ελάχιστες εξαιρέσεις αναλώνονταν στην οικοδόμηση μικροκόσμων απόλαυσης, ενώ η πολιτικοποίηση της μεταπολιτευτικής περιόδου γρήγορα μετατράπηκε σε έναν ανέξοδο κομματικό φανατισμό.

Η πτώση του σοβιετικού καπιταλισμού διέλυσε και τις τελευταίες ψευδαισθήσεις αντιστασιακότητας. Στα απόνερα των κοινωνικών αγώνων εκείνης της περιόδου συγγροτείται η ήττα του κοινωνικού ανταγωνισμού. Η καταναλωτική έκρηξη, το διαφημιστικό ντελίριο της ιδιωτική τηλεόρασης που πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του ‘80 και η άγρια εκμετάλλευση των φθηνών απεγνωσμένων ξένων εργατών χαλυβδώνουν τη φιγούρα του ιδιώτη που ποντάρει μόνο στον εαυτό του. Ο εαυτός και η ιδεολογία του σεβασμού πάνω από όλα στο δικαίωμα ευημερείας του προσώπου θα σαρώσει κάθε ψήγμα συλλογικής αντίστασης. Τα μόνα οράματα που μπορούν να υπάρξουν πια είναι όσα στοιχίζονται πίσω από τις προοπτικές καταναλωτικής αυτοαξιοποίησης.

Όσοι αγώνες θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια συντονίζονται με το πνεύμα της εποχής. Το βασικό αίτημα μισθολογικές διεκδικήσεις. Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους αγώνες ηττήθηκαν από το εμπεδωμένο κλίμα πειθαρχίας και συναίνεσης δεν θα καταφέρουν σε κανένα σχεδόν σημείο να ξεπεράσουν το οριοθετημένο φαντασιακό της εποχής. Ο καθένας για την πάρτη του.

Ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού διεθνώς, μέτά την πτώση του τείχους του βερολίνου ασκεί τόση επίδραση σε κάθε γωνιά του πλανήτη και συνεπώς και στη ζαλισμένη ελληνική επικράτεια. Σε παγκόσμιο επίπεδο, δισεκατομμύρια εξαθλιωμένοι αναζητούν εργασία, ενώ τα μέχρι πρότινος «σοσιαλιστικά» κράτη απελευθερώνουν τις οικονομίες τους παράγοντας φθηνά καταναλωτικά αγαθά και ελκύοντας τα ανά την υφήλιο μικρά και μεγάλα αφεντικά. Η παγκόσμια αυτή συγκυρία παρέχει το πλεονέκτημα σε επίπεδο κυρίως ιδεολογικό στα ντόπια αφεντικα να συμπιέσουν το κόστος παραγωγής. Τα εκβιαστικά διλήμματα του τύπου ή παίρνεις λιγότερα ή πάω στη βουλγαρια και μένεις άνεργος διαπερνούν τις κοινωνικές σχέσεις. Από την άλλη η ανάδειξη νέων ταχέως αναπτυσσόμενων καπιταλιστικά χωρών, μέσω της άγριας εργασιακής εκμετάλλευσης, τριτογενοποιεί την εργασία στη δύση. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός αναδιατάσει ριζικά την γεωγραφία της εργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι απολαμβάνουν τα κεκτημένα των αγώνων του 70-80 δεν μπορούν να απάντήσουν στην επίθεση των αφεντικών και πολύ περισσότερο δεν θέλουν.

Δεν μπορούν γιατί έχουν απωλέσει τα κοινωνικά σχεσιακά δίκτυα που νοηματοδοτούσαν τους αγώνες, δεν υπάρχουν οι υποτυπώδεις όροι κοινότητας που συνέχουν κάθε απόπειρα αυτοκαθορισμού. Τα καφενεία και οι πολιτικές συζητήσεις αντικαταστάθηκαν από τα αχανή εμπορικά κέντρα. Η τηλεόραση είναι το παράθυρο στον κόσμο. Το σημαντικότερο όμως γεγονός πηγάζει από τον κυριολεκτικό μηδενισμό των συλλογικών εμπειριών. Όποιος τον αγώνα έχει ξεχάσει να μοιράζεται θα μοιραστεί την ήττα.

Δεν θέλουν, γιατί χωρίς ιδιαίτερες ενοχές έχουν μικροαστικοποιηθεί. Γιατί χωρίς καμμία αναστολή επί χρόνια λεηλάτησαν τις ζωές χιλιάδων μεταναστών. Γιατι όπως έδειξε και η εθελούσια έξοδος στον ΟΤΕ προτιμούν να διαρρήξουν κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης και ενότητας αγώνας προκειμένου να διατηρήσουν τον κεκτημένο τρόπο ζωής που ελάχιστα απέχει από τον κατεστημένο. Οι γενιές του 1-1-4, του πολυτεχνείου και των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων δεν πρόκειται να αγωνιστούν για κάτι πέρα από την πάρτη τους καθώς τόσα χρόνια αυτοεκπαιδεύτηκαν να αντικαθιστούν την διαμαρτυρία ή την εξέγερση ενάντια στα αφεντικα, με την επιφανειακή και πρόσκαιρη ανανέωση, κάνοντας υποτίθεται πιο λαμπρό το περιβάλλον τους με αγαθά και υπηρεσίες[1].

Η κυριότερη κοινωνική ήττα είναι η απώλεια της ιστορικής συνέχειας, η συντριβή μιας αντίληψης κοινής πορείας. Ο εγκλεισμός στο παρόν είναι η φυλακή της ζωής υπονομεύοντας σημαντικά, σχέδια και απόπειρες αντίστασης. Επακόλουθα ότι απομένει από αυτό που λέγεται ζωή είναι στρατηγικές επιβιώσης με κύρια θεραπεία την κατανάλωση.

Από την άλλη πλευρά στέκονται οι νεότερες γενιές. Γενιές που δεν πιστεύουν ότι δουλεύουν για να πάρουν σύνταξη, όχι μόνο εξαιτίας των μικρών πιθανοτήτων που έχουν, αλλά και γιατί δεν γνώρισαν ποτέ την προτεσταντική ηθική της εγκράτειας. Ζουν κυρίως στο τώρα. Ώπως δείχνουν και οι στατιστικές η μέσαια τάξη που αποτελούσε παραδοσιακά τον κοινωνικό χώρο εκτόνωσης των συγκρούσεων συρρικνώνεται. Η ανεργία χτυπάει τα παιδιά των μεσοαστικών οικογενειών που πολλές φορές αναγκάζονται να δουλεύουν με όρους αβεβαιότητας και υποτίμησης της εργασίας τους. Το παράδοξο είναι να κυκλοφορούν με το αυτοκίνητο που τους αγόρασε ο μπαμπας και η μαμά αλλά να μην έχουν τα λεφτά να το συντηρήσουν. Προλεταριοποιημένοι κυριλέδες λοιπόν που πασχίζουν να κρύψουν επιμελώς την οικονομική τους θέση. Στον αντίποδα, κυριλοποιημένοι προλετάριοι που σκορπάν τα λεφτά τους για να αγοράσουν κοινωνική αναγνώριση μέσα από τους κώδικες του lifestyle, μια βόλτα στα στέκια των δυτικών συνοικιών θα ήταν αποκαλυπτική. Ταυτόχρονα, χειρωνακτικές δουλειές όπως του υδραυλικού αποφέρουν οικονομικά περισσότερες απολαβές από αυτές των σπουδαγμένων μεσοαστικών γόνων. Μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνει τις παραπάνω εκτιμήσεις είναι μια πρόσφατη μελέτη για τη θεσσαλονίκη, που διαπιστώνει ότι οι νέοι των ανατολικών συνοικιών υποφέρουν περισσότερο από την ανεργία απ’ ό,τι οι νέοι στις δυτικές συνοικίες. Το ισχυρό καταναλωτικό πρότυπο ζωής στις ανατολικές περιοχές ωθεί τους νέους να μην σκέφτονται να δουλέψουν σε δουλειές που αρμόζουν σε χαμηλότερο καταναλωτικό στάτους.

Εν τέλει στον εργασιακό μεσαίωνα που προσφάτως ανακαλυφθηκε από τη γσεε και τα αριστερά κόμματα η σημαία του αγώνα για την προάσπιση των κεκτημένων που ανέμιζει μόνο σύγχυση μπορεί να σπείρει. Παραβλέπουν ένα ολοκληρο καπιταλιστικό μοντέλο ζωής ζητώντας απλώς περισσότερα λέφτά για να συνεχίσουν εύκολα ή δύσκολα να αντικαθιστούν κοινωνικές σχέσεις με εμπορευματικές. Από την άλλη, ο αγώνας για τα κεκτημένα αγνοεί τη μεγάλη πλειοψηφεία των εργαζόμενων που δουλεύει στα “μαύρα”, με συμβάσεις έργου και συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Αυτές οι εργασιακές σχέσεις δεν είναι περιθωριακές αλλά αρχίζουν να επεκτείνονται ακόμη και στο δημόσιο τομέα. Επομένως οι αγώνες του μέλλοντος θα πρέπει να διεξαχθούν από αυτούς τους νέους εργαζόμενους που τις βιώνουν. Μια ομάδα - τάξη όμως για να αγωνιστεί πρέπει να έχει ένα υπόβαθρο κοινωνικών σχέσεων μεταξύ της που να την ενοποιεί και να επεκτείνει τους ορίζοντες του αγώνα της πέρα από την οικονομική διεκδίκηση. Οι αγώνες νοηματοδοτούνται όταν συγκροτούν μια άλλη αντίληψη για το πώς θέλουμε να ζούμε, τι είδους σχέσεις προκρίνουμε. Όταν ομολογουμένως τα κοινωνικα δίκτυα συνέχονται από κώδικες και παραδείγματα που κατά βάση αναφέρονται σε έναν αλλότριο τρόπο ζωής, οι αγώνες παρουσιάζουν μια ευκαιριακότητα. Όσοι προσπαθήσουν να εναντιωθούν στο κυρίαρχο είναι τουλάχιστον μάταιο να επιδοθούν στο να σκάβουν τα φαντασιακά χαρακώματα του ταξικού μίσους, ορίζοντας την τάξη με μισθολογικούς και μόνο όρους. Οι απόπειρες το αίσθημα της εκμετάλλευσης να μετατραπεί σε αντιστασιακό πνεύμα είναι καταδικασμένες όσο δεν ραδιουργούν για τη συγκρότηση μιας αντιθετικής στο κυρίαρχο κουλτούρας ζωής. Είναι καταδικασμένες να προδοθούν από τους ίδιους τους προλετάριους που το όραμά τους και η ελπίδα που τους απομένει είναι να γίνουν μικροαφεντικά. Άλλωστε οι εργατίστικες προσεγγίσεις ανοίγουν αυτό το δρόμο βάζοντας στο κέντρο μια αντιπαράθεση που οργανώνεται γύρω από την αμοιβή καθιστώντας το συγκεκριμένο ζήτημα, της αμοιβής, τον ακρογωνιαίο λίθο των κοινωνικών σχέσεων. Να προσθέσουμε εδώ ότι ο εργατισμός μπορεί σε επίπεδο φρασεολογίας να μεταμφιέζεται επικαλούμενος μια τάξη διαφορετικών επιθυμιών για παράδειγμα. Μόνο που αυτές οι επιθυμίες φυσικά προκύπτουν ως παράγωγο της εργασιακής θέσης. Γεγονός εξόχως προβληματικό από τη στιγμή που οι επιθυμίες σήμερα τσιγκλιζονται περισσότερο από την ταυτότητα του υποκειμένου ως καταναλωτή παρά ως εργαζόμενου. Ο χώρος της κοινωνικής σημασιοδότησης της ύπαρξης με το πλήθος των μηχανισμών κοινωνικής αναγνώρισης, ταύτισης, προτύπων, ηρώων, έχει μετατοπιστεί από το χώρο της εργασίας εν γένει, στο χώρο αγοράς ταυτότητας διαμέσου των αγαθων και υπηρεσιών που είναι σε θέση κάποιος να κατέχει.

Η λέξη προλετάριος χρησιμοποιούνταν στην αρχαία ρώμη για όσους δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά. Στην εποχή μας η εξουσία μας έχει καταστήσει αόρατους, υπό την έννοια ότι δεν έχουμε υπόσταση ως πολιτικά πρόσωπα. Η διαπραγμάτευση των κοινών είναι θέμα συνδιαλλαγής του κράτους και των αφεντικών με τους θεσμούς διαμεσολάβησης (συνδικάτα, μκο κτλ). Το σημερινό προλεταριάτο διαρκώς φτωχαίνει σε συλλογικές εμπειρίες ενώ πολλαπλασιάζονται οι εμπειρίες του κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Περιπλανιέται στα εμπορικά κέντρα, γνωστικά επιμορφώνεται από τα μίντια, πολιτισμικά ταυτίζεται με έναν επιφανιακό λαϊκισμό. Αυτή είναι η χείριστη μορφή προλεταριοποίησης, Επιπλέον ο πλουτος που υποτίθεται παράγει και τον απολαμβάνουν τα αφεντικά είναι συζητήσιμο κατα πόσο σε μια ελευθεριακή κομμουνιστική προοπτική δεν θα έπρεπε να διαπραγματευθούμε την εκ βάθρων καταστροφή του. Να ξεκινήσουμε από την βιομηχανία τροφής ή από τα άυλα επαγέλλματα των δικτύων και των υπολογιστών, και να μεταφερθούμε στα ντελίβερι. Από όπου και να το πιάσεις το πράγμα στερείται νοήματος. Η εργασία στη δύση σε ένα βαθμό είναι μια μορφή να κρατούνται οι πληθυσμοί απασχολημένοι σε δουλειές παροδικές, χωρις την δυνατότητα να σχηματίζουν κοινότητες εργαζομένων. Γι΄αυτό άλλωστε ο αναβαπτισμός της εργασίας σε απασχόληση.

Σε αυτές τις συνθήκες, που οι κοινωνικές σχέσεις καταστρέφονται με τέτοια ταχύτητα και διάχυση, ενώ ταυτόχρονα η αίσθηση του κενού και της ματαιότητας φαντάζει όλο και πιο αφοπλιστική πρέπει να δώσουμε τις σωστές απαντήσεις. Απαντήσεις πρακτικές που καθοδηγούνται από μια αναλυτική προσέγγιση του υπάρχοντος. Θα ήταν καταστροφικό να βολευτούμε πίσω από οχυρώσεις κεκτημένων και εργαλείων ταξικού ανταγωνισμού που δεν ισχύουν πια. Είναι αναγκαίο να ανασυνθέσουμε ένα κοινωνικό παράδειγμα, που να περιγράφει και να δίνει δείγματα εξόδου από την μεγαμηχανή εκμετάλλευσης και αναπαραγωγής. Χρειαζόμαστε ένα πολιτικό έργο που να προσδώσει νόημα στη ζωή μέσω της συλλογικής αυτοαξιοποίησης. Να δημιουργήσουμε ανταγωνιστικά κοινωνικά δίκτυα που να απεργάζονται νέες ποιότητες. Ποιότητες που ενσωματώνουν όλο το φάσμα των αναζητήσεων και του προβληματισμού, πέρα από έναν απλουστευτικό οικονομισμό, από την οικολογία μέχρι τα ζητήματα του φύλου. Το ζήτημα είναι να αρνηθούμε το καπιταλιστικό μοντέλο στο σύνολο του, έχοντας επίγνωση ότι διεισδύει σε όλες τις πτυχές της ζωής. Ειδάλλως θα διαιωνίσουμε μια συνθήκη αέναης εναλλαγής κατάκτησης δικαιωμάτων και υποχώρησης ανάλογα με τους εκάστοτε κοινωνικούς συσχετισμούς.

  1. Είναι προφανές ότι εδώ περιγράφουμε την κυρίαρχη τάση. Σε καμία περίπτωση δεν αγνοούμε εκείνα τα κοινωνικά κομμάτια που παρέμειναν όλη αυτή την περίοδο είτε λόγω θέσης είτε λόγω επιλογής στην απ’ έξω.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη