Στο δρόμο για τη νέα μέση ανατολή
Οι ισοπεδωτικές επιθέσεις του Ισραηλινού στρατού σε Λίβανο και Γάζα, κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού προβλήθηκαν ως η απάντηση στην απαγωγή τριών ισραηλινών στρατιωτών, και ως τέτοια οι επιθέσεις θεωρήθηκαν “υπερβολικές” ή “δυσανάλογες”.
Τα περί αντιποίνων για την απαγωγή των ισραηλινών στρατιωτών από τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, ήταν για εσωτερική κατανάλωση των Ισραηλινών υπηκόων και ψηφοφόρων. Για τη διεθνή show business δεν χρειάζονται τέτοια προσχήματα. Αρκεί μια υπεύθυνη δήλωση του (τέως) νόμου 105 ότι η Χεζμπολλάχ συνιστά απειλή και δικαιούσαι να επέμβεις και να την καταστείλεις, και αυτήν και οτιδήποτε ανασαίνει γύρω της. Τόσο απλά. Τα λοιπά γραφειοκρατικά ζητήματα της διεθνούς κοινότητας είναι ληγμένα με διοικητική πράξη από τις 11/9/2001. Για το κράτος και το στρατό του Ισραήλ, βέβαια, ήταν ληγμένα καιρό πριν. Απλώς, οι απαγωγές στάθηκαν ένα πρώτης τάξεως πρόσχημα για την έναρξη των επιθέσεων που, φαίνεται ότι, προετοιμάζονταν από τριετίας (Σέιμουρ Χέρς, New Yorker).
Το Ισραήλ, από ιδρύσεως του το 1948, δεν έχει ζήσει ειρήνη, και κάνει το παν για να μην τη ζήσει ποτέ. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι η ίδια η διοικητική και οικονομική οργάνωση του κράτους δεν διίσταται από τον στρατιωτικό μηχανισμό του οποίου αποτελεί, ουσιαστικά προέκταση ή μεγέθυνση. Δεν πρόκειται για σχέσεις διαπλοκής, αλλά για μια οργανική ανάγκη συντήρησης ενός κράτους σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον και ανταπόκρισης στις προσδοκίες όσων βοήθησαν στη δημιουργία του και συμβάλουν στη διατήρηση του. Η στρατιωτική του υπεροπλία δεν προήλθε τυχαία και δεν συντηρείται άσκοπα. Η στάση των Ισραηλινών επιτελείων απέναντι στις δυτικές δυνάμεις και τις ΗΠΑ δεν είναι υποτελικός. Η διατήρηση των εντάσεων είναι ζωτικό κομμάτι της ύπαρξης του ως κράτος. Η οικονομία του βασίζεται σε ποσοστό άνω του 40% στην πολεμική βιομηχανία και τις διοικητικές υπηρεσίες του στρατού, ενώ η κοινωνική συναίνεση εξασφαλίζεται από τον φόβο, ο οποίος παράγεται από την απειλητικότητα των γειτόνων αράβων, των οποίων η απειλητικότητα καλλιεργείται από την προκλητικότητα και την επιθετικότητα του ισραηλινού στρατού, στην αγκάλη του οποίου ζητούν προστασία οι εβραίοι του Ισραήλ. Πρόκειται για μια αρκετά απλοϊκευμένη, αλλά καλής προσέγγισης, αναπαράσταση της πραγματικότητας.
Στην περίπτωση που οι Ισραηλινοί εβραίοι επέλεγαν να απεμπολήσουν το ρόλο τους ως τοποτηρητές των ΗΠΑ και πρόκριναν μια αρμονική συνύπαρξη με τους προϋπάρχοντες άραβες κατοίκους της Παλαιστίνης, σε ένα κράτος ή έστω σε κιμπούτς, τότε η ισχνή τους πληθυσμιακή μειοψηφία δεν θα δικαιολογούσε τον ορισμό αυτού του κράτους (ή των κιμπούτς) ως εβραϊκό και συνεπώς το Σιωνιστικό εθνικιστικό κάλεσμα που τους οδήγησε πίσω στη γη της επαγγελίας θα κατέρρεε. Και μαζί με αυτό θα κατέρρεε και η Καινή Διαθήκη (παρεμπιπτόντως, στον Ιουδαϊσμό δεν υπάρχει Καινή [=νέα] Διαθήκη - αλλά ούτε και Παλαιά- μιας και ο μεσσίας δεν έχει έρθει ακόμα) που υπέγραψαν με τους μεσάζοντες στην ίδρυση του κράτους τους, κάτι που θα τους κατέτασσε, αν όχι στον άξονα του κακού, τότε σίγουρα στο περιθώριο της διεθνούς κυριαρχίας.
Η τελευταία εισβολή (έχουν προηγηθεί άλλες τρεις κατά τα έτη 1978, 1982 και 1996) των Ισραηλινών δυνάμεων στον Λίβανο εντάσσεται σαφώς στα σχέδια δημιουργίας, αυτού που η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ονόμασε “νέα Μέση Ανατολή”. Στην αναδιαμόρφωση δηλαδή των πολιτικών συσχετισμών στην κρίσιμη περιοχή του πλανήτη που κρύβει στα σπλάχνα της τον σημαντικότερο ορυκτό πλούτο και κινητήριο δύναμη της καπιταλιστικής μηχανής, το πετρέλαιο. Ο πλήρης έλεγχος των κοιτασμάτων αυτών δεν εγείρεται από κάποια μεταφυσική ανησυχία αλλά από την κομβική σημασία που κατέχει ο ρόλος της καύσιμης ύλης στην οικονομική ανάπτυξη και κατ’ επέκταση στη διεθνή κυριαρχία.
Λαμβάνοντας υπ’ όψη την μειωμένη οικονομική ανάπτυξη (όπως τουλάχιστον μεταφράζεται από τους σχετικούς δείκτες) τόσο των ΗΠΑ όσο και των περισσοτέρων ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών, την δεδομένη μείωση των οικονομικά αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων πετρελαίου παγκοσμίως, τη σταδιακή απεξάρτηση από την πυρηνική ενέργεια* και την έντονη κινητικότητα στην ενεργειακή σκακιέρα, με τις Ρωσία, Κίνα και Βενεζουέλα να διαμορφώνουν περιφερειακά το παιχνίδι, μπορούμε μερικώς να αντιληφθούμε την επιλεγόμενη στρατηγική των ΗΠΑ και των συμμάχων της. Πρόκειται για μια επιλογή ολοκληρωτικού ελέγχου της περιοχής, σε αντίθεση με τη σύνηθη, μέχρι πρότινος, τακτική του ελέγχου μέσω απειλών και μηχανορραφιών. Πόλεμος, διάλυση, κατοχή, ανοικοδόμηση και μια νέα κυβέρνηση και οικονομία πλήρως εξαρτούμενη από τον προστάτη. Η στρατηγική αυτή, που στην περιοχή εγκαινιάστηκε με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, εφαρμόζεται στο Ιράκ και μέλει να επεκταθεί σε οποιονδήποτε στην Μέση Ανατολή αρνηθεί να συναινέσει.
Το αν η κατακτητική αυτή πολιτική θα ευοδώσει (κατά τα σχέδια των στρατοκρατών) είναι κάτι που θα κριθεί στο μέλλον. Πρακτικά οι κατοχικές δυνάμεις σε Αφγανιστάν και Ιράκ έχουν αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες καθώς οι ένοπλες αντιστάσεις που τις αντιμάχονται εμφανίζουν αδρή μαχητικότητα με διάρκεια στο χρόνο. Η έντονη παρεμβατικότητα των δυτικών τις προηγούμενες δεκαετίες, σε συνδυασμό με το Παλαιστινιακό ζήτημα, που είναι και η απαρχή του λεγόμενου Μεσανατολικού ζητήματος, έχουν δημιουργήσει ένα έντονο περιβάλλον δυσαρέσκειας των ντόπιων εναντίον των αποικιοκρατών και κυρίως του μόνιμου ανταποκριτή τους στη περιοχή που είναι το κράτος του Ισραήλ. Τα παθιασμένα αντιδυτικά αισθήματα που τρέφουν οι άραβες, εντείνει τη δυσκολία καθολικής επιβολής της αμερικανοδυτικής εξουσίας στα κράτη της περιοχής, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού ακριβώς αυτή η προσπάθεια επιβολής είναι που δημιούργησε τον αντιδυτικισμό.
Στα λαϊκά στρώματα των περισσοτέρων μουσουλμανικών κρατών της Μέσης Ανατολής, η φτώχεια, η καταπίεση και η δυσαρέσκεια βρίσκει ένα πρόσωπο να εκδηλωθεί ανώδυνα για τις τοπικές εξουσίες. Η λαϊκίστικη ρητορεία των μουλάδων καλλιεργεί αυτή τη δυσφορία και τη στρέφει ακριβώς εκεί που δεν μπορεί να θίξει τη καθεστηκυία τάξη και επιπλέον τη ντύνει με την απαραίτητη παραδοσολαγνεία που διέπει όλες τις (μονοθεϊστικές τουλάχιστον) θρησκείες. Η συνταγή είναι γνωστή - όπου φτωχός κι η μοίρα του. Το φαινόμενο απαντάται παντού στο κόσμο κι είναι λάθος να αποδίδεται στην αναχρονιστικότητα της μουσουλμανικής θρησκείας. Καμιά θρησκεία δεν είναι προοδευτική. Το γεγονός ότι το πολιτικό Ισλάμ βρίσκει έδαφος να στηριχθεί, είναι γιατί τα θεμέλια του βρίσκονται βαθιά στις κοινωνικό - οικονομικές συνθήκες που διαβιώνουν οι αραβικοί πληθυσμοί. Η θρησκεία κι ο εθνικισμός υπήρξαν πάντοτε ένα πρόσφορο αποκούμπι για τους καταπιεσμένους. Η δε τιμή, το έσχατο καταφύγιο.
Στο Ιράν, η δυσφορία απέναντι στους δυτικούς εκστρατευτές και τους υπολόγους τους, ενορχηστρώνεται από το καθεστώς. Αυτό το καθιστά μια κοιτίδα εχθρών, ένα σαφώς αποσταθεροποιητικό παράγοντα και το εντάσσει αυτομάτως στον άξονα του κακού. Το σιιτικό Ιράν δύναται να επηρεάσει το σύνολο των σιιτικών πληθυσμιακών ομάδων της περιοχής, με αυτές του Ιράκ σε προτεραιότητα, ενώ αποτελεί το πρότυπο του θεοκρατικού κράτους για τις περισσότερες ισλαμιστικές οργανώσεις. Επιπλέον, για να μην ξεχνιόμαστε, η Ιρανική εργατική τάξη υπήρξε πρωτοστάτρια στην εκδίωξη του Σάχη, οπότε και της έκατσε ο Χομεϊνί στο σβέρκο. Κι αν η φωτιά έσβησε από το 1979, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί στους κρατούντες, ότι δεν υπάρχουν φλόγες που σιγόκαινε ακόμα. Τέλος, να σημειωθεί ότι και το Ιράν έχει μια διόλου ευκαταφρόνητη παρουσία αποθεμάτων πετρελαίου στο υπέδαφος του.
Ακριβώς σε αυτό το περιβάλλον είναι που αναβαθμίζεται ο ρόλος του Ισραήλ. Η παρουσία μιας ισχυρούς στρατιωτικά συμμάχου δύναμης (σήμερα η ΗΠΑ, αύριο μπορεί να είναι η Κίνα, δεν έχει σημασία) κι ο έλεγχος της περιοχής από ένα ενιαίο διοικητικό κέντρο είναι ιδανική προοπτική, με βάση και όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως. Σε μια τέτοια προοπτική όμως, ο ρόλος του δεν μπορεί παρά να είναι ενισχυμένος. Ο πόλεμος στο Λίβανο είχε περισσότερες από μία αιτίες. Η παρουσία της Χεζμπολλάχ στο βόρειο σύνορο του Ισραήλ συνιστά ούτως ή άλλως μια απειλή για αυτό. Πρώτον γιατί το Ισραήλ ποτέ δεν έκρυψε τις επεκτατικές του τάσεις, ποτέ δεν έπαψε να βλέπει το νότιο Λίβανο σαν οιονεί Ισραηλινό έδαφος, από το οποίο κι εκδιώχθηκε από τη Χεζμπολλάχ το 2000. Δεύτερον γιατί όσο το Παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει ανοιχτό, η αλληλέγγυα Χεζμπολλάχ θα αποτελεί ένα ανοιχτό μέτωπο. Τρίτον γιατί η συντήρηση των εμπόλεμων καταστάσεων, η καλλιέργεια του κλίματος φόβου στο εσωτερικό του, αλλά και η προβολή της στρατιωτικής του πυγμής είναι συστατικά στοιχεία της διατήρησης της συνοχής στην Ισραηλινή κοινωνία και της διατήρησης στην εξουσία της καθεστηκυίας τάξης που το κυβερνά από ιδρύσεως του. Αλλά στην χρονική συγκυρία που διανύουμε και υπό το πρίσμα της διαμόρφωσης της “νέας Μέσης Ανατολής”, η αποδυνάμωση της σιιτικής οργάνωσης ήταν προϊόν μιας επιτακτικότερης ανάγκης.
Δεν είναι καθόλου μυστικό, πως στα επιχειρησιακά σχέδια της επίθεσης κατά του Ιράν, η Ισραηλινή αεροπορία αποτελεί τον εκτελεστικό κορμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δυνάμεις της σιιτικής Χεζμπολλάχ που διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη, θα σφυροκοπούσαν με Κατερινούλες (οι γνωστές ρουκέτες Κατιούσα) όλη τη βόρεια περιφέρεια της Ισραηλινής επικράτειας. Άρα η Χεζμπολλάχ πρέπει να φύγει από τη μέση πριν ξεκινήσει η οποιαδήποτε επίθεση. Η ολοκληρωτική ισοπέδωση των υποδομών του Λιβάνου, είχε με τη σειρά της δύο στόχους. Ο ένας ήταν να δώσει ένα μήνυμα ισχύος στην Τεχεράνη για το ανελέητο των Ισραηλινών βομβαρδισμών. Ο δεύτερος και κυριότερος, να στραφεί η Λιβανική κοινή γνώμη εναντίον της Χεζμπολλάχ, σαν πρωταρχική υπαίτια της καταστροφής, ώστε να χάσει τα λαϊκά της ερείσματα. Η προσδοκία αυτή βέβαια γύρισε μπούμεραγκ στις Ισραηλινές “περιστέρες” αφού η μαχητικότητα της οργάνωσης και η ικανότητα της να ανακόψει την επέλαση του ισραηλινού πεζικού, την ανύψωσε στα μάτια των κατοίκων του Λιβάνου σαν τη μόνη αξιοπρεπή δύναμη αντίστασης.
Πολλά γράφτηκαν και ελέχθησαν για το πόσο κερδισμένη βγήκε η Χεζμπολλάχ από αυτόν το πόλεμο και ακόμα περισσότερα για να εξηγηθεί η συμπάθεια που απολαμβάνει από μερίδα του λιβανικού λαού, η οποία (συμπάθεια) εν μέρη καθρεφτίζεται και στην ύπαρξη 8 βουλευτών της στο κοινοβούλιο. Για το κοινωνικό της έργο, με την ίδρυση σχολείων και νοσοκομείων, για την υποκατάσταση του κεντρικού κράτους σε λειτουργίες και παροχές, τη χρηματοδότηση απόρων αγοριών για να σπουδάσουν και το προίκισμα κοριτσιών για να παντρευτούν και άλλα τινά που είναι μεν αλήθεια, αλλά όχι η ζητούμενη αλήθεια. Τόσο η Χεζμπολλάχ όσο και η Χαμάς έχουν όντως λαϊκά ερείσματα που βασίζονται στις κοινωνικού τύπου παροχές. Ο βασικός, όμως, λόγος που απολαμβάνουν λαϊκής υποστήριξης, στο βαθμό που την απολαμβάνουν και όπως προειπώθηκε είναι αξιοσημείωτος, είναι ότι έχουν καταξιωθεί στα μάτια των αράβων πολιτών σαν τις μόνες μάχιμες αντιστασιακές δυνάμεις, με ότι σημαίνει αυτό για τον καθένα.
Το ασίγαστο ενδιαφέρον της δύσης για τα εδάφη της μέσης ανατολής, η διαρκής αποικιοκρατία, άλλοτε και τώρα, με στρατιωτικές και πολιτικές επεμβάσεις, η αντιμουσουλμανική προπαγάνδα στα πλαίσια του πολέμου ενάντια στη τρομοκρατία και η απαξίωση της πολιτισμικής ταυτότητας μιας τεράστιας εθνοτικής ομάδας συσπειρώνει τους αραβικούς πληθυσμούς κάτω από τη σημαία του ισλαμισμού. Όχι τυχαία, σε μια εποχή που τα οράματα της αταξικής κοινωνίας και του διεθνισμού φαντάζουν χρεοκοπημένα παγκοσμίως. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ που παρέσυρε σαν ντόμινο ιδέες, αξίες κι ελπίδες και έστειλε στην εκκλησία πολλούς παλιούς αγωνιστές, ακόμα και στην Ευρώπη, πρωτοστάτρια των κοινωνικών αγώνων, είναι δεδομένο ότι επηρέασε και το περιεχόμενο των κοινωνικών διεκδικήσεων στις αραβικές χώρες. Κάποιες από αυτές έχουν να επιδείξουν ένα λαμπρό παρελθόν ταξικών, αγωνιστικών, διεκδικήσεων της εργατικής τάξης, με φωνές αμφισβήτησης του θρησκευτικού σκοταδισμού, ακριβώς στον αντίποδα των οποίων πριμοδοτήθηκαν οι ισλαμιστικές οργανώσεις από τη δύση και έκαναν τα πρώτα τους βήματα, μέχρι τελικά να πάρουν το δικό τους δρόμο ενάντια σε αυτήν.
Στους καιρούς της αναδίπλωσης των ταξικών κινημάτων, η επιστροφή στους εθνοτικούς, θρησκευτικούς και εθιμικούς προσδιορισμούς βρίσκει πρόσφορο έδαφος κι οι ισλαμιστικές οργανώσεις αποτελούν τους συνεπέστερους πόλους εναντίωσης στους αποικιοκράτες και τις υποτελείς τοπικές κυβερνήσεις. Η ένοπλη αντιπαράθεση απέναντι στην υπεροπλία των ΗΠΑ, της Βρετανίας, του Ισραήλ και των λοιπών στρατοκρατών ασκεί σίγουρα μια γοητεία τις λαϊκές μάζες. Επιπλέον, η υποκρισία της διεθνούς διπλωματίας κι οι μεροληπτικές της παρεμβάσεις έχουν οδηγήσει στην απώλεια κάθε εμπιστοσύνης αλλά και ελπίδας για την επίλυση ζητημάτων, όπως το Παλαιστινιακό, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Υπό τέτοιες συνθήκες τα όπλα φαντάζουν μονόδρομος και αυτός που τα έχει και τα χρησιμοποιεί γίνεται πρέσβης των προσδοκιών και εισπράττει την εμπιστοσύνη και τη συμπάθεια του κόσμου. Έτσι, από θέση ισχύος, η διάδοση των αντιλήψεων και των θέσεων (π.χ. η ισλαμιστική κοινωνία) γίνεται ευκολότερη και πιο αποτελεσματική.
Η περίπτωση της Χαμάς είναι χαρακτηριστική. Η παλαιστινιακή κοινωνία δεν χαρακτηριζόταν ποτέ για την οργάνωση της σύμφωνα με το ισλαμιστικό πρότυπο. Τουναντίον υπήρξε από τις πιο προοδευτικές κοινότητες στο μουσουλμανικό κόσμο. Η αναποτελεσματικότητα των διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ, η ουσιαστική αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας, αλλά και η διαφθορά της αυτοορισμένης Παλαιστινιακής Αρχής κλόνισαν την εμπιστοσύνη των Παλαιστινίων απέναντι στη Φατάχ που επέμενε (κι επιμένει) στις διαπραγματεύσεις. Στον αντίποδα, η Χαμάς προέβαλε μια πιο δυναμική στάση, αυτή της απευθείας σύγκρουσης με το Ισραήλ, κάτι που την έφερε τελικά και στην εξουσία μέσω εκλογών. Έκτοτε, η Γάζα γέμισε τζαμιά. Καταδεικνύεται δηλαδή πως ο φονταμενταλισμός δεν είναι η αφετηρία της λαϊκής δυσφορίας, αλλά η κατάληξη της.
Υ.Γ
Για την ιστορία να αναφερθεί πως η διεθνής κοινότητα δεν έχει αναγνωρίσει ακόμα την κυβέρνηση της Χαμάς, παρότι δεν υπήρξε καμία ένσταση για την αρτιότητα της εκλογική διαδικασίας. Έτσι ΗΠΑ και Ε.Ε. διέκοψαν την χρηματική βοήθεια που παρείχαν μέχρι τότε στην παλαιστινιακή κυβέρνηση οδηγώντας την σε οικονομικό στραγγαλισμό (απόρροια της οποίας υπήρξε και η πρόσφατη απεργία των δημοσίων υπαλλήλων στην Παλαιστίνη). Ο εμπαιγμός σε σχέση με τον επιδιωκόμενο εκδημοκρατισμό των μουσουλμανικών χωρών είναι εμφανής. Δεν αρκεί να υπάρχει δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Πρέπει αυτή να έχει και την έγκριση της δύσης. Αυτή η υποκριτική στάση, στο μόνο που μπορεί να οδηγήσει, είναι να χτιστούν περισσότερα τζαμιά στη Γάζα.
* Στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες η χρήση της πυρηνικής ενέργειας τείνει να παραμεριστεί για μια σειρά από λόγους που θα αναπτύξουμε σε σχετικό άρθρο σε επόμενο τεύχος.