Γήπεδα και Περιφέρειες

αριστερός σνομπισμός και άκρα δεξιά

από Emilio Quadrelli μετάφραση μίμης

Το κείμενο εμφανίστηκε σε γερμανική μετάφραση στο τεύχος 77 του ‘Wildcat’ ( http://www.wildcat-www.de/). Γράφτηκε από τον Emilio Quadrelli, έναν ερευνητή από τη Γένοβα, που χρόνια επιμένει στην αδιαχώριστη ανάπτυξη των ταξικών δομών της εργασίας, της φυλακής, του εγκλήματος και της πολιτικής εξέγερσης. Αναφέρεται στην ιταλική πραγματικότητα και το παραθέτουμε για όσους θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση για να αναλύσουν την ελληνική πραγματικότητα.

Εάν οποιοσδήποτε έχει αμφιβολίες πολλά έχουν είδη συμβεί, ώστε να τις διαλύσουν. Πολλά διαζώματα των γηπέδων στην Ιταλία ελέγχονται σε ένα αυξανόμενο βαθμό από την άκρα δεξιά. Αυτό είναι ένα γεγονός. Και είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από εδώ για να επιτεθούμε, πολιτικά και όχι ηθικά, σε ένα φαινόμενο που εξαπλώνεται εδώ και κάποιο καιρό στις μητροπολιτικές περιφέρειες και το οποίο τραβάει την προσοχή όταν παίζεται από τα media. Μόνο και μόνο από την εμφάνιση αγκυλωτών σταυρών, κέλτικων σταυρών ή ρητών αναφορών στο ολοκαύτωμα -που κυριαρχούν στα γήπεδα- όλο και περισσότεροι άνθρωποι υιοθετούν ηλίθιες απόψεις.

Πρώτα από όλα, οι οπαδοί που σχετίζονται με την άκρα δεξιά δεν έρχονται από το φεγγάρι. Έχουν μια κοινωνική ζωή έξω από τα γήπεδα, ζουν σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με τις αξίες που εκφράζονται στους τόπους που κατοικούν. Με άλλα λόγια, η προσκόλληση σε ένα ναζιστικό lifestyle δεν είναι κάτι αμιγώς συμβολικό και αυτοσχέδιο, υιοθετημένο σε ένα πλαίσιο πανηγυριού. Αντίθετα είναι ένα όλο, ένα συνολικό lifestyle, που επιδρά και στην καθημερινή ζωή. Το δεύτερο σημείο είναι η συναίνεση και η αίσθηση νομιμοποίησης την οποία απολαμβάνουν στις περιοχές αυτές και δεν πρέπει απαραίτητα να αναχθεί σε μια περιγραφή σαν να ανήκουν στον κόσμο της άκρας δεξιάς.

Για να μιλήσουμε μόνο για την κατάσταση στη Ρώμη, έχει μια αξία να ανακαλέσουμε την περίπτωση του ντέρμπι με το “νεκρό αγόρι”. Αυτή η ψεύτικη ιστορία κυκλοφόρησε από κάποιους σκληροπυρηνικούς ακραίους οπαδούς, που θεωρούνται από τους ειδικούς ως περιθώριο, απομονωμένοι από το υπόλοιπο πλήθος. Η ιστορία αυτή, σχεδόν αμέσως, έγινε η αδιαμφισβήτητη αλήθεια για όλο το γήπεδο. Η φήμη για ένα νεαρό οπαδό που σκοτώθηκε λίγο πριν μπει στο γήπεδο άρχισε να διαδίδεται στις εξέδρες. Ουσιαστικά, στην ιστορία κατηγορούνταν οι δυνάμεις ασφαλείας για το θάνατο ενός νεαρού αγοριού κατά τη διάρκεια μιας εφόδου που έκαναν με τα κλομπ πριν ξεκινήσει το ματς. Αυτό το περιστατικό αποδεικνύει με τον πιο περίτρανο τρόπο την δύναμη μικρών σκληροπυρηνικών ομάδων που βρίσκονται μέσα στα γήπεδα. Επομένως, είναι λάθος να υποτιμάται η δράση φασιστικών πυρήνων στα γήπεδα.

Καθώς δεν είναι εξωγήινοι, οι εξτρεμιστές των γηπέδων δεν έρχονται από άλλο πλανήτη, κατοικούν σε αστικές περιοχές που δεν είναι δύσκολο να τις προσδιορίσουμε: στις περιφέρειες. Για την αριστερά, αυτό πρέπει να βάλει ένα ζήτημα. Γιατί τα αστικά περιβάλλοντα που παραδοσιακά συνδέονταν με την αριστερά ξαφνικά μετατράπηκαν σε θερμοκήπιο την άκρας δεξιάς; Γιατί η κουλτούρα και το στυλ της φασιστικής αντι-μόδας κατόρθωσε να είναι ηγεμονική σε ένα μεγάλο βαθμό στα γήπεδα και, σε ένα μικρότερο βαθμό, στις αστικές περιφέρειες; Ίσως υπάρχουν βαθιές εξηγήσεις που απαιτούν ιδιαίτερα οξυδερκή ματιά, αλλά ακόμα και αν περιοριστούμε στην επιφάνεια μπορούμε να πούμε μερικά πράγματα. Διασχίζοντας αυτές τις περιφέρειες μπαίνουμε σε ένα μελαγχολικό σύμπαν το οποίο, μετά το ξύπνημα κάποιων κοινωνιολόγων, έχουν καθοριστεί ως “μη-τόποι”. Η πεζή πραγματικότητα πως εκατομμύρια ανθρώπων ζουν εκεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων θεωρείται απλά ως μπελάς, το υπόλειμμα ή το ανεπιθύμητο παράπλευρο αποτέλεσμα της μεταμοντέρνας εποχής. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει τόσο ανύπαρκτους τους κατοίκους αυτών των περιοχών; Τι λάθη τους έχουν σημαδέψει; Απασχολούνται σε δουλειές χαμηλού κύρους, κυρίως χειρωνακτικές -παραγωγικές ή μη, δεν κάνει μεγάλη διαφορά. Για το μεγαλύτερο κομμάτι, όταν δεν δουλεύουν, αντί να συνεισφέρουν στο κόσμο του τέλους της εργασίας που τελευταία είναι και της μόδας, βυθίζονται στην πεζή κατάσταση της ανεργίας, αποκαλύπτοντας για μια ακόμη φορά, ότι αν ήταν απαραίτητο, θα αποτελούσαν για πάντα τα απομεινάρια του 20ου αιώνα. Αλλά δεν σταματούν εκεί, είναι ήδη απρόσωποι και ξεπερασμένοι από τις ίδιες τις καταστάσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αφιερώνουν τον εαυτό τους, σε παράνομες δραστηριότητες. Αλλά αντί να αφιερώσουν τους εαυτούς τους σε παράνομες δραστηριότητες, που είναι τουλάχιστον της μόδας, όπως η πειρατεία σε υπολογιστές και προγράμματα, αυτοί συνεχίζουν να κλέβουν, να ληστεύουν και να σπρώχνουν ναρκωτικά. Με μια λέξη, δεν καταφέρνουν να λειτουργήσουν γνωστικά ή άυλα σε τίποτε, ούτε καν στο έγκλημα. Και όταν, όπως συχνά συμβαίνει, μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια ατόμων, φοράνε τα “μπλε κολάρα” και καθημερινά αντιμάχονται το κεφάλαιο στο πεδίο της εργασίας, φαντασιώνονται για τους εαυτούς τους ότι ακόμη έχουν, αν όχι ένα ιστορικό, τουλάχιστον έναν κοινωνικό ρόλο. Οι μεταμοντέρνοι φιλόσοφοι βιάζονται να τους φωνάξουν ότι πρέπει να σταματήσουν να ανησυχούν, γιατί παρόλο που μπορεί να μην το έχουν καταλάβει, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν πια. Όχι μόνο αυτό, αλλά όπως συχνά εξηγείται, γενικά, η αναζήτηση μιας ισχυρής ταυτότητας είναι κάτι ιστορικά απόλυτο, και υποκειμενικά μιλώντας, μια αντιδραστική διαδικασία, επειδή παρεμποδίζει τα ανατρεπτικά στοιχεία, τα οποία έχει εντάξει ο καπιταλισμός στην κυκλοφορία: την εποχή του ατόμου. Αλλά συμμετέχοντας ως άτομο είναι προϋπόθεση η δυνατότητα να είναι κανείς κάτι τέτοιο.

Στην παγκόσμια εποχή, όπως και σε κάθε άλλο μεγάλο μετασχηματισμό, εάν κάποιος κερδίζει, σίγουρα κάποιος άλλος χάνει. Εάν πολλοί, ακόμη όμως μειοψηφία, ενισχύονται από τις ευκαιρίες που παρέχει ο παγκόσμιος καπιταλισμός για να αποτινάξουν όλους τους περιορισμούς και να υιοθετήσουν την ελαφριά ταυτότητα του ελεύθερου ατόμου σε μια ελεύθερη αγορά, για την ζωή των περισσότερων οι προσδοκίες διαφέρουν. Το πεπρωμένο μπορεί να είναι μόνο αυτό του αιώνιου περιθωρίου. Και αυτή η θλιβερή ταυτότητα είναι η μόνη που “επιτρέπεται” να φέρει κάποιος.

Τι άραγε προσφέρει η δεξιά σε αυτές τις μάζες χωρίς ιστορία και μέλλον. Όχι πολλά για να πούμε την αλήθεια. Τους προσφέρει μια έννοια συλλογικότητας, που όσο παλιομοδίτικο κι αν ακούγεται αυτό, είναι κάτι σημαντικό. Πάνω από όλα τους προσφέρει έναν εχθρό. Οι ελίτ, αντιμετωπίζουν με κυνισμό και μια ειρωνική αδιαφορία την αποδοχή την οποία έχει το εννοιολογικό ζεύγος “φίλος /εχθρός” στον κόσμο, αποτελώντας και τη μοναδική εξαίρεση. Για να το θέσουμε απλά, η άκρα δεξιά, κατευθύνει το μίσος των περιφερειών απέναντι σε κάτι συμπαγές. Προσφέρει μια ταυτότητα και μια ελπίδα. Στην ουσία, λένε: Εάν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο σήμερα, οφείλεται σε αυτούς, τους κατοίκους του κέντρου, που έχουν τα λεφτά, τα μέσα και τη δύναμη που τα χρησιμοποιούν εναντίον μας. Αλλά δεν θα υποκύπτουμε για πολύ ακόμη. Υπάρχουμε και σύντομα θα πρέπει να το καταλάβουν. Η ιστορία πάντα κινείται από ένα “εμείς” που εναντιώνεται σε ένα “αυτοί”. Ποτέ δεν δραπετεύει από αυτή τη διάσταση. Η άκρα δεξιά, στις περιφέρειες, επινοεί ένα φτιαχτό εμείς, το οποίο με ένα τρόπο είναι σε θέση να στρέψει το μίσος σε μια ταυτότητα, σε ένα σχέδιο. Στις περιφέρειες δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες εναλλακτικές. Χωρίς να έχει κανένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα, απλά επειδή δεν έχει κανένα ουσιαστικό αντίπαλο, η άκρα δεξιά βρίσκεται αναπάντεχα να μονοπωλεί τις αστικές περιφέρειες. Είναι γνωστό ότι για ένα μεγάλο διάστημα η αριστερά είχε εγκαταλείψει τη ρητορεία του σχήματος “εχθρός/φίλος”, τασσόμενη με οπτικές του κόσμου, όπου η φιλοσοφία της καλοσύνης, των καλών προθέσεων, κυριαρχούσε. Αντίθετα, χωρίς κανένα δισταγμό, υιοθέτησε το λόγο των ατόμων.

Η αριστερά δεν μπορεί να βοηθήσει, αλλά ταυτόχρονα έδειξε στον εαυτό της ότι την χωρίζει άβυσσος από τις μάζες της περιφέρειας. Μια σνομπίστικη στάση που παρόλη τη σύγχυση που τη διατρέχει, οι ανώνυμες μάζες την προσλαμβάνουν. Αυτοί οι “κόσμοι” δέχονται ελάχιστη προσοχή, πέρα από τα επιμέρους παραδείγματα, όπου πολιτικοί αγωνιστές, χωρίς το φόβο της μόλυνσης από τα βασικά ένστικτα των ανθρώπων, όπως στην περίπτωση των οπαδών της Λιβόρνο, οι οποίοι θεωρούνται από την αριστερά μια γραφική κατάσταση. Και αυτό που είναι αλήθεια για τις αστικές περιφέρειες, είναι ακόμη περισσότερο αλήθεια για τα γυμναστήρια, όπου το ναζιστικό lifestyle, εύκολα πέτυχε να είναι ηγεμονικό. Σε αυτή την περίπτωση ένας άρρωστα συγκαλυμμένος ακαδημαϊσμός, παρέδωσε αυτούς τους κόσμους στο βασίλειο της “γυμνής ζωής”, όπου όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να δώσει κανείς σημασία.

Στην αποκήρυξη των πάντων, η αριστερά κατέληξε να θεωρεί απρόσφορο κάθε είδος οργανικής σύνδεσης με τους ανθρώπους, οι οποίοι εξ’ ορισμού δεν έχουν ιδιαίτερη παρουσία σε εξεζητημένα περιβάλλοντα, είτε οικονομικά, είτε διανοητικά. Στις αστικές περιφέρειες, η αριστερά γίνεται αντιληπτή χωρίς εξαιρετικές διαφορές, είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα του “κέντρου”, άνθρωποι που έρχονται από έξω, που ζουν μια “επίχρυση ζωή” στον κόσμο του μεσοαστικού εγκλεισμού, των ατομισμών, του τέλους της εργασίας και όλων των μετα-μετά καταστάσεων, αλλά που, τελικά, δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς όπου η καθημερινότητα είναι ένας αγώνας.

Αυτή η αίσθηση δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Για παράδειγμα, μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στην απομόνωση που αντιμετώπισε η εξέγερση στα γαλλικά προάστια από την αριστερά το περασμένο φθινόπωρο. Η μεγαλύτερη και πιο δυνατή εξέγερση από τα κάτω στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, τουλάχιστον στη δύση, θεωρήθηκε εξ αρχής ξοφλημένη από την αριστερά, όταν δεν στιγματιζόταν ως η καθαρή κραυγή πόνου και απόγνωσης από τους ζητιάνους της δημοκρατίας. Παρόλο που υπάρχει μεγάλη απόσταση από το να θεωρηθεί ως ειδυλλιακή κατάσταση, πολλοί άνθρωποι αντιλήφθηκαν την επιτακτικότητα και την αναγκαιότητα να επιστρέψουν και να καταλάβουν χώρους αντιφασισμού και ριζοσπαστικής σκέψης. Από αυτή την οπτική, οι οπαδοί της Λιβόρνο*, μπορούν να θεωρηθούν ως η πραγματικότητα που εγγυάται μια αγωνιστική και αντιφασιστική παρουσία μέσα στα γήπεδα. Στο τέλος, θα λέγαμε, ότι ίσως αυτό που έχει νόημα να προτείνει κάποιος είναι ότι εμπειρίες σαν αυτή των οπαδών της Λιβόρνο πρέπει να κοινωνικοποιηθούν σε ένα ευρύτερο δίκτυο, ώστε να γίνουν κοινό κτήμα όλων αυτών των πραγματικοτήτων για τις οποίες η ύπαρξη του αντιφασισμού και του ταξικού αγώνα για το σοσιαλισμό συνεχίζει να αποτελεί ένα ουσιώδες σημείο αναφοράς.

*οι οπαδοί της Λιβόρνο συνδέονται με την άκρα αριστερά, σηκώνουν σημαίες με σφυροδρέπανα, ενώ γνωστή είναι η κόντρα τους με τους φασίστες οπαδούς της Λάτσιο.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη