Γράμμα απο το μέτωπο (η λίγο πιο πίσω απ’ αυτό…)
Προς όσους δεν έμειναν ευχαριστημένοι και πάντα θα γκρινιάζουν
Ένας κύκλος αγώνα έκλεισε. Τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα πράγματα μέχρι σήμερα. Και εκεί που θα περίμενες κανείς μια αυτοκριτική, μια επαναχάραξη στρατηγικής, μια συλλογική διαδικασία δημιουργίας συνειδήσεων, το "φοιτητικό κίνημα” αναδιπλώθηκε, επέστρεψε στις αίθουσες, ψήφισε…
Τώρα είναι η στιγμή που έγιναν ορατές οι αδυναμίες του. Όχι μόνο του κινήματος αλλά και η αδυναμία όσων συντρόφων και μη υποστήριζαν με στόμφο και οργισμένα πως το κίνημα το έπνιξαν οι "παρατάξεις” και τα σχήματα, πως το κίνημα κατέληξε να είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί μεταξύ δυνάμεων της αριστεράς, πως το κίνημα έγινε υπόθεση των "φοιτητοπατέρων” κτλ. Στον αντίποδα των οποίων, δυστυχώς, κανένα σχήμα ή άλλο συλλογικό μόρφωμα δεν επεδίωξε την οργανωμένη συλλογική αυτόνομη και κινηματική αντιπαράθεση. Η οποία την δύσκολη στιγμή να μπορεί να προτείνει κάτι σαν συνέχεια αποφεύγοντας να τους ταξινομήσει όλους στον αστερισμό της βλακείας ή του πουλημένου αγώνα. Και λέμε οργανωμένη γιατί μόνο έτσι τελικά μπορείς να αντιπαρατεθείς στην Οργάνωση, εκτός αν επιχειρείς να σπείρεις σύγχυση. Αλλά σπέρνει σύγχυση όποιος δεν έχει τι να κάνει πέρα απ’ το να φλυαρεί και όχι να αντιμάχεται.
Χωρίς να απαξιώνουμε τις όποιες αυτόνομες προσπάθειες έγιναν σε επίπεδο λόγου, κριτικής και αυτόνομης οργάνωσης, το βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη ενοποίησης όλων αυτών γύρω από ένα κοινό ορατό νόημα. Έναν άλλου είδους μοχλό πίεσης καταστάσεων. Ελλιπής ήταν και η ανάγνωση του φοιτητικού κινήματος, ως του "κινήματος των γενικών συνελεύσεων”. Του κινήματος που αναγνώρισε σε μια συλλογική διαδικασία, εν μέρει αλωμένη από κομματικές σκοπιμότητες αλλά από την άλλη μια πρόσωπο με πρόσωπο μαζική διαδικασία διαλόγου με επικυρωτικό χαρακτήρα, το επίπεδο οργάνωσης και συμμετοχής σε ένα αγώνα με μερικά αιτήματα. Οι καταλήψεις ήταν αποκύημα των γενικών συνελεύσεων, και οι γενικές συνελεύσεις, καλώς ή κακώς, υπήρξαν το πεδίο δράσης και απεύθυνσης-πάλης όλων ανεξαιρέτως των εκφάνσεων της αριστεράς. Η οποία, εδώ και χρόνια, ανέγνωσε με θετικό πρόσημο την πιθανή μαζική συμμετοχή φοιτητών σε συνελεύσεις και για αυτό πόνταρε σε αυτές.
Όμως, οι συνελεύσεις σαν εργαλείο πάλης είναι χρήσιμες μόνο για αρχή. Όσο τα παθητικά κομμάτια παραμένουν παθητικά και δεν γίνονται αντιδραστικά και όσο τα ευαισθητοποιημένα κομμάτια παραμένουν ευαισθητοποιημένα κάτω από το κοινό feeling. Οι καταλήψεις του Μαΐου-Ιουνίου ήταν ένα είδος μόδας. Ήταν in να ψηφίζεις υπέρ της κατάληψης. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Το άγχος που εξαπλώθηκε με αφορμή την συζήτηση για την παιδεία και τα δεινά της ήταν ένα πραγματικό άγχος που πατούσε σε ορατές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Το καλό feeling του παγώματος της εκπαιδευτικής διαδικασίας πάτησε πάνω στο κακό feeling του να σκέφτεσαι του τι θα κάνεις αφού πάρεις το πολυπόθητο πτυχίο, πάτησε πάνω στο bad trip της εντατικοποίησης, πάτησε πάνω στις μνήμες ενός γαμημένου λυκείου, πάτησε πάνω στην άρνηση του μέλλοντος όπως μοιάζει να σκιαγραφείται στο μυαλό ενός ανέμελου φοιτητή. Και αυτή είναι η μόνη υλική βάση. Για αυτό και όσο δεν έβγαινε τίποτα σίγουρο από τον αγώνα οι περισσότεροι προτίμησαν να επιστρέψουν στην κανονικότητα –υπό τις ιαχές των "καλών φοιτητών”– και την αβέβαιη ασφάλεια που αυτή υπόσχεται.
Οι καταλήψεις έδωσαν χρόνο σε κόσμο να σκεφτεί, να οργανωθεί, να παλέψει. Όμως σε πάρα πολύ λίγο κόσμο. Γιατί δυστυχώς οι εμπνευστές τους στόχευσαν, πρώτα και κύρια στην ικανοποίηση των μερικών αιτημάτων, διακόπτοντας έτσι (στο όνομα της ενότητας της αριστεράς) τις γόνιμες συζητήσεις που θα μπορούσαν να εκτρέψουν δημιουργικά των αγώνα, χωρίς βέβαια να υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Στόχος έγινε ο δρόμος, και ορθώς συνέβη αυτό σε ένα βαθμό, όμως ο δρόμος εις βάρος της συλλογικοποίησης σε καθημερινή και οικεία βάση, στον χώρο που ενοποιήθηκαν οι αρνήσεις, στις κατειλημμένες σχολές. Ο κόσμος που "κρατούσε τις καταλήψεις” διεκπεραίωνε αντι-προσωπευτικά αποφάσεις συνελεύσεων και δεν έκανε τίποτα για να αρνηθεί τον εαυτό του ως αντι-πρόσωπο. Ο όρος "φοιτητοπατέρας” γεννήθηκε σαν αντίδραση στην οικειοποίηση των συντονιστικών των καταλήψεων από πολιτικά οργανωμένες δυνάμεις που αφιέρωναν όλο το χρόνο τους σε διαφωνίες μεταξύ τους παρά στο σπάσιμο των διαχωρισμών μεταξύ αυτών και του κινήματος. Παρ’ όλ’ αυτά οι "διαφωνούντες” δεν μπόρεσαν να αντιπροτείνουν μια μορφή συλλογικής οργάνωσης που να ξεκινάει μέσα από τις γενικές συνελεύσεις και να αναχαιτίζει την μπόχα των γραφειοκρατών. Αφήνοντας να εννοηθεί πως η δικιά τους αδυναμία παρέμβασης στις γενικές συνελεύσεις είναι πρόβλημα των οργανωμένων πόλων. Κάτι το οποίο δεν στέκει από μόνο του.
Αφήνοντας λοιπόν τις καταλήψεις στους οργανωμένους πόλους, χάθηκε μια καλή μαγιά που θα μπορούσε όχι απλά να εμποτίσει το κίνημα με ουσιαστικά ζητήματα αλλά και να αντιπροτείνει μορφές αγώνα με πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Οι καταλήψεις από την άλλη έγιναν ο αντικατοπτρισμός των διαδικασιών τους. Ένα 0, με ελάχιστες και πάλι εξαιρέσεις (0+). Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την περίοδο των καταλήψεων ως μια μορφή "αριστερής διοίκησης”. Μιας "δημοκρατίας της ενωμένης αριστεράς”. Είναι κρίμα που μια τέτοια συνθήκη δεν στάθηκε αφορμή για να γεννηθούν ελπίδες στον κόσμο, να διαμορφωθούν ορατά οράματα για μια διαφορετική κοινωνική θέσμιση, να αποσπαστούν κομμάτια της καπιταλιστικά αναπαραγόμενης γνώσης και να απαλλοτριωθούν από τους φοιτητές προς μια απελευθερωτική κατεύθυνση. Το πανεπιστήμιο έκλεισε χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία για μια διαφορετική χρήση, πέρα από τις ατελείωτες συζητήσεις γύρω από τα αριστερά και αριστερίστικα διλήμματα. Και αυτό, όπως προαναφέραμε, δεν είναι μόνο πρόβλημα της αριστεράς, είναι πρόβλημα και όσων άσκησαν κριτική στη αριστερά για την "διαχείριση του κινήματος”. Οι ρωγμές στους χρόνους υπήρξαν, λίγοι όμως χώθηκαν σε αυτές για να τους ανατρέψουν.
Από την άλλη ο δρόμος υπήρξε το συνεχές διακύβευμα. Η διαδήλωση της εβδομάδας έγινε θεσμός. Αυτό δεν είναι κακό. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν κάποιοι έχουν βαρεθεί να κάνουν μόνο περίπατο. Και αυτό δεν είναι απόφαση συνέλευσης. Μέσα στις διαδηλώσεις –και όχι στις συνελεύσεις– υπήρξαν προτάσεις για διαφορετικές μορφές δράσης. Που στοχοποιούσαν κάτι πέρα από το υπουργείο. Έβαζαν το ζήτημα του σαμποτάζ στην πόλη –αφού σταματάμε την κυκλοφορία γιατί δεν σταματάμε και τις κάμερες, τις τράπεζες, την γκλάμουρ αισθητική, τα ΜΜΕ, τον αστυνομικό έλεγχο. Προτάσεις υπήρξαν αρκετές, άλλες πιο οικειοποιήσημες άλλες λιγότερο. Άλλες μετρώντας κάποιες αντικειμενικές συνθήκες ψάχνοντας συνδέσεις με το αγωνιζόμενο υποκείμενο, άλλες πατώντας στην δυνατότητα καλής κρυψώνας στο σώμα μιας μαζικής διαδήλωσης –λιγότερο κατανοητές και συνήθως κατακριτέες.
Εκεί άνοιξε η συζήτηση, αν τέτοιες ενέργειες κάνουν καλό ή κακό στο κίνημα. Πολλοί μίλησαν για τον θεαματικό τους χαρακτήρα που υπερκαθορίζει τα αίτια και τις επιλογές του μαζικού ξεσηκωμού του ίδιου του κινήματος, μπαίνοντας έτσι ως ένα άλλου είδους καπέλο. Μίλησαν για αυτές όμως μέσα από ένα πρίσμα φόβου και αποστροφής, επικυρώνοντας δηλαδή την αδυνατότητα των υποκειμένων σε δράσεις συλλογικού σαμποτάζ και εκτροπής και ισχυροποιώντας την θέση πως μόνο οι καθοδηγούμενοι αγώνες –αυτοί δηλαδή που απορρίπτουν εξαρχής μορφές πάλης– είναι οι σωστότεροι. Ή αλλιώς μόνο στην ζεστή αγκαλιά των κομματόσκυλων μπορεί να υπάρξει σίγουρη νίκη.
Όμως οι γνώμες αυτές δεν είναι του κινήματος. Είναι οι γνώμες αυτών που φοβούνται μια άλλη εξέλιξη από την προβλεπόμενη, δηλαδή την ελεγχόμενη. Και όχι για το καλό της σωματικής ακεραιότητας των συμφοιτητών τους, αλλά για το καλό του κόμματος ή της παράταξής τους. Πως εξηγείται η δικαιολόγηση του "μπάχαλου” (όρος που χρησιμοποιεί απαξιωτικά χρόνια τώρα η αριστερά, για τις κοινωνικές συγκρούσεις που δεν λαμβάνει η ίδια μέρος ή δεν μπορεί να κατανοήσει) της 8η Μάρτη από την άκρα αριστερά ως άμυνα στην καταστολή; Ήταν ο μόνος τρόπος, στο όνομα της απάντησης στην κρατική θηριωδία, να μαζευτεί κόσμος στις συνελεύσεις και να αντιστραφεί η κατιούσα. Έτσι και έγινε· τώρα τα "μπάχαλα” ήταν χρήσιμα. Χαμένο βγήκε το ΚΚΕ που κακήν κακώς επεδίωξε την καταδίκη των εξεγερμένων φοιτητών ως προβοκατόρων της ασφάλειας, μόνο και μόνο για να κερδίσει την αίσια γνώμη των φοιτητών που κουράστηκαν με όλον αυτόν τον αναβρασμό και που επιθυμούσαν να περάσουν σύντομα και κάνα μάθημα. Αποτέλεσμα πολλά κοινά πλαίσια έσπασαν εξαιτίας των "κουκουλοφόρων” που το ΚΚΕ χρησιμοποίησε το ίδιο ως προβοκάτορες για να προβοκάρει τις γενικές συνελεύσεις.
Ό,τι σπάει τα όρια της νομιμότητας, ακόμα και συμβολικά, αποτελεί ριζοσπαστική πολιτική. Όταν όμως οι "σπάστες” απουσιάζουν από τις διαδικασίες του κινήματος, όποιες κι αν είναι αυτές, το πρόταγμά τους χάνεται, συκοφαντείται, αλλοιώνεται, γίνεται αντικείμενο χρησιμοθηρίας από εκάστοτε πολιτικούς –από δεξιούς μέχρι αναρχικούς. Χάνεται μέσα στην σύγχυση του θεάματος και δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του παρά μόνο με κραυγές και ανούσιες καταδίκες. Σαν να ήταν όλα αυτονόητα και οι φοιτητές απλά βλάκες. Το ότι ένα υποκείμενο είναι εμπειρικά και κοινωνικά αποκομμένο από άλλα δεν σημαίνει πως το ίδιο παύει να μπορεί να κινηθεί –να υπάρξει ως κίνημα– όσο όμως αναπαράγει τους διαχωρισμούς του θεάματος τότε σίγουρα θα ηττηθεί. Αυτό ισχύει και για τους αγωνιζόμενους φοιτητές για τα κοινωνικά κεκτημένα τους όσο και για τους εξεγερμένους φοιτητές και μη που προσβλέπουν πάντα σε κάτι πέρα από αυτά. Το κίνημα είναι και οι αντιθέσεις του, αλλιώς δεν υπάρχει.
Δεν μπορεί να υπάρξει ριζοσπαστική πολιτική έξω από κοινωνικές διεργασίες. Δεν υπάρχουν νησίδες αυτονομίας, ούτε φωτεινοί εγωιστές να μας δείξουν τον δρόμο στο αρχιπέλαγος τον καταναγκασμών, πόσο μάλλον έκπτωτοι άγγελοι ενός σταλινικού παραδείσου. Ο κοινωνικός ανταγωνισμός χτίζεται παράλληλά ως μέσα –μέσα στην αλλοτρίωση της εμπορευματικής, της φυλετικής, της πατριαρχικής ή άλλης καταπιεστικής σχέσης– αλλά και ως έξω –ως αντιπαράδειγμα, ως διαφορετική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, έξω από τις κυρίαρχες θεσμίσεις, έξω και ενάντια στα κυρίαρχα πρότυπα. Οι αυτόνομες κοινότητες που δρουν ώστε να αποδομήσουν το Υπάρχον υπάρχουν και ως κοινότητες αλληλεγγύης και αυτοσυντήρησης απέναντι στον κηρυγμένο από την εξουσία πόλεμο. Απέναντι στην συνεχή κοινωνική απαξίωση της ζωής, της γνώσης, των ανθρώπινων σχέσεων. Ανταγωνίζονται την μετατροπή τους σε εμπορεύματα, σε σώματα με ανταλλακτική αξία, σε ανα-παραγωγούς των σχέσεων εκμετάλλευσης, βίας, εξάρτησης.
Ο αγώνας ενάντια στην εμπορευματοποίηση της μόρφωσης πρέπει να ξεπεράσει ένα βαθύτερο δίλημμα. Παλεύουμε για την υποβάθμιση της ζωής μας με καλύτερους όρους (πτυχία με αξία, μόρφωση "όπως έχει” για όλους, ανταγωνισμός αλλά με κοινωνικό αντίκρισμα) ή για την επανοικειοποίηση της γνώσης και την χρησιμοποίησή της για κοινωνικούς σκοπούς, ενάντια στην εξάρτηση από το κράτος και το κεφάλαιο; Το δεύτερο είναι ένα από τα προτάγματα της αυτονομίας. Το πρώτο είναι μια στρεβλή αντίληψη της πραγματικότητα από την αριστερά, που ενώ μιλάει και αυτή για τα νέα επισφαλή υποκείμενα που αναδύονται, φοβάται να μιλήσει για το άγχος και την αβεβαιότητα των νέων γενεών. Αποφεύγει να αναπτύξει έναν υπαρξιακό λόγο θεωρώντας πως μόνο οι υλικές διεκδικήσεις μπορούν να συσπειρώσουν τον κόσμο. Και θεωρεί υλικό το εργασιακό αντίκρισμα σε μια αγορά εργασίας που δεν μπορεί, ούτως ή άλλως, να το παρέχει. Ψάχνει συνδέσεις σε εργατικά κινήματα που δεν υπάρχουν ή που βιώνουν τελείως διαφορετικές συνθήκες ζωής και κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα της ενυπάρχουσας εργασίας των φοιτητών τόσο σε επισφαλείς εργασιακές συνθήκες όσο και στην υποχρηματοδοτούμενη ή καλύτερα δωρεάν ανα-παραγωγή γνώσεων, κοινωνικών εμπειριών –ή αλλιώς κοινωνικού κεφαλαίου– προς το συμφέρον συνολικά του κεφαλαίου. Εκτός αν το πανεπιστήμιο υπήρξε ποτέ κάτι έξω από την καπιταλιστική αναπαραγωγή. Ακόμα και όταν αυτό έκλεισε προσωρινά, σε περιόδους κρίσεων, ξανάνοιξε με καλύτερους όρους, αφού η κριτική των φοιτητών στο σύστημα δεν μπόρεσε να γίνει η βόμβα στα θεμέλιά του και λίγο έως πολύ απέκρυψε την δυνατότητα του να παράγει διαχωρισμούς και κοινωνική ιεραρχία μέσω της διαδικασίας της κρατικής εκπαίδευσης.
Ας μην είμαστε απαισιόδοξοι. Η πρόσφατη εμπειρία των φοιτητικών κινητοποιήσεων, με όλες της τις αντιφάσεις έχει αφήσει πίσω της έναν λογαριασμό που δεν έχει πληρωθεί ακόμα. Είναι πολλοί και πολλές αυτοί/ες που νιώθουν πως τίποτα δεν τελείωσε, πως το ξύλο και τα δακρυγόνα που φάγαμε δεν πήγανε και τόσο χαμένα, πως η εμπειρία που αποκομίσαμε, μέσα στον αγώνα και μέσα στις αντιθέσεις του, μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης, κριτικής, αναστοχασμού. Γόνιμη εξέλιξη. Στην κατεύθυνση αυτή ελπίζω να συμβάλλει και αυτό το κείμενο.
Υ.Γ.1: Ίσως αν αντί να περιμένουμε να κατεβούν οι γονείς μας στις διαδηλώσεις κάναμε κάτι ώστε να κατεβούν οι συνομήλικοι και οι συνομήλικες μας που "δεν πέρασαν” στην ανώτατη εκπαίδευση και που η συζήτηση για το "δημόσιο αγαθό” ούτε που τους αγγίζει, ίσως αν βρίσκαμε ποια είναι αυτή η χρυσή τομή που μας συνδέει με "τα παιδιά στο συνεργείο, στο μπαράκι, στο μηχανάκι, στην αποθήκη, στο μαγαζί, στο γυράδικο, στα φυλλάδια, στην ταβέρνα, κτλ” ίσως κάτι εκρηκτικό να ξεπηδούσε…
Υ.Γ.2: Οι κοινές σχέσεις και τα καθημερινά κοινά βιώματα είχαν σαν αποτέλεσμα να δομηθούν μορφές κοινότητας μεταξύ πολύ διαφορετικών ανθρώπων. Στήθηκαν μεταξύ παρεών στις κατειλημμένες σχολές, μεταξύ πολιτικών χώρων, μεταξύ ατόμων που γνωρίστηκαν με αφορμή τον αγώνα. Αυτό φάνηκε στο πόσο άμεση ήταν η απάντηση στις συλλήψεις και τον ξυλοδαρμό των διαδηλωτών της 8ης Μάρτη. Μια δυναμική πορεία που καλέστηκε στόμα με στόμα. Άραγε πόσο συχνά αυτό το ετερόκλητο πολιτικά πλήθος διαδηλώνει οργισμένα; Γιατί εκείνη την νύχτα νιώθαμε πραγματικά οργισμένοι. Και για να μην ξεχνιόμαστε, έχουμε αφήσει κόσμο μέσα…