Πολεοδομία και καταστολή
…με αφορμή το παράδειγμα των Εξαρχείων
Οδημόσιος χώρος ως ένα τοπίο πανοπτικής επιτήρησης. Το κείμενο δεν είναι ένα ακόμη άρθρο για τις –πανταχού παρούσες– κάμερες· μην προσλάβετε την έννοια της επιτήρησης με την στενά κυριολεκτική σημασία της, αλλά διασταλτικά. Ως επιβεβλημένο αυτοματισμό δηλαδή στην καθημερινή ζωή και συμπεριφορά, ως μια αόρατη οργάνωση του κοινωνικού χώρου και χρόνου πάνω σε καθορισμένες νόρμες, ως κοινωνικοποιημένη καταπίεση που ενδύεται τον μανδύα της κανονικότητας.
Το άρθρο αναφέρεται έτσι στον δημόσιο χώρο ως πεδίο ελέγχου, οργάνωσης της εξουσιαστικής θέσμισης, υλοποίησης μιας συγκεκριμένης δομής, εικόνας και αντίληψης του κοινωνικού που αποκλείει κάθε άλλη. Μόλις μπήκαμε στο πεδίο αναφοράς της πολεοδομίας, σε εκείνη την ειδική πολεοδομία που η εξουσία παρήγγειλε για τις ανάγκες της θέλοντας να οργανώσει τον αστικό χώρο σύμφωνα με τον εαυτό της. Στην πολεοδομία ως εξουσία δηλαδή, κάτι που αβίαστα συνεπάγεται την πολεοδομία ως καταστολή. Και εδώ βρισκόμαστε όχι μόνο στο έδαφος μιας βιωμένης ιστορίας, αλλά και αντιμέτωποι με το σύνολο των προβλημάτων του δημόσιου χώρου που αυτή την στιγμή βρίσκονται στο προσκήνιο: στα θραύσματα τοπίων που άφησε πίσω της η Ολυμπιάδα στην Αθήνα, όπως και στα φαραωνικά έργα που ήδη άρχισαν να υλοποιούνται στην Θεσσαλονίκη.1
Η πόλη ως εξορία: για μια μεταλλαγή εδραιωμένη στην βία
Η ύπαρξη της σύγχρονης μητρόπολης συνεπάγεται ένα εξουσιαστικό πλέγμα λειτουργιών που επιβάλλονται και αλλοτριώνουν τους κοινωνικούς τόπους, την κατοχή του εδάφους από την οικονομία. Η ανάδυση των σύγχρονων μητροπολιτικών κέντρων στον ελλαδικό χώρο δεν ήταν όμως ούτε αυτόματη, ούτε αβίαστη. Μέχρι και την δεκαετία του ’50, η πόλη χαρακτηριζόταν από ένα πλέγμα αλληλένδετων λειτουργιών, αρμονικά συναρθρωμένων τόσο σε συνολικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο του μικροχώρου, της γειτονιάς ως κύτταρο και οργανικό κέντρο της κοινωνικής ζωής. Κατοικία, εργασία και δημόσιος χώρος συνυπήρχαν στο επίπεδο της γειτονιάς, οργανώνοντας μια ενότητα στον τόπο και στον χρόνο, την αίσθηση της κοινότητας.2
Η αυστηρή διάκριση των αστικών λειτουργιών σε κατοικία, εργασία και διασκέδαση και η συνακόλουθη διαίρεση του εδάφους σε αυστηρά καθορισμένες ζώνες δραστηριοτήτων αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση. Και πάντα θεμελιώνεται πάνω στην εκδήλωση μιας απίστευτης δομικής βίας. Για την Ευρώπη, χρόνος αναφοράς είναι ο 19ος αιώνας, η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, ο ξεριζωμός εκατομμυρίων ανθρώπων από την ύπαιθρο και η συσσώρευσή τους στα αστικά κέντρα για να αποτελέσουν ένα καινούριο ιστορικό υποκείμενο: το προλεταριάτο. Στην γιγάντωση των αστικών κέντρων εκείνης της εποχής θα εδραιωθούν μείζονες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές που αργότερα θα οδηγήσουν στην ανάδυση του σύγχρονου μητροπολιτικού φαινομένου.
Η ίδια διαδικασία στον ελλαδικό χώρο συρρικνώθηκε σε διάστημα τριών μόλις δεκαετιών (1950-70), ένα άλμα που διαχωρίζει οριστικά τον ιστορικό χρόνο και την κοινωνική πραγματικότητα σε δύο ολότελα διαφορετικές οντότητες. Και στην βίαιη εκβιομηχάνιση πρέπει να προστεθεί η βία του μετεμφυλιακού ελληνικού κράτους, η ερήμωση της υπαίθρου όχι μόνο από έναν καθολικό οικονομικό μετασχηματισμό, αλλά και από την δημιουργία ενός ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους και παραστρατιωτικών μηχανισμών που επιδίδονται στο κυνήγι των μαγισσών. Εκατοντάδες χιλιάδες αριστεροί, όσοι γλιτώσουν την εξορία, θα αναγκαστούν να αναζητήσουν καταφύγιο στην σχετική ανωνυμία των αστικών κέντρων.3 Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα γιγαντιαία αστικά κέντρα δένονται έτσι σε μια ενιαία αφήγηση στον ιστορικό χρόνο, μια σύνδεση που δεν είναι μόνο νοηματική αλλά και οργανική. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη του παρόντος μπορούν να γίνουν κατανοητές ως η μετεξέλιξη των τόπων εξορίας που ήταν στο πολύ πρόσφατο παρελθόν.
Η πόλη, στην μορφή που είχε μέχρι και την δεκαετία του ’50, σωριάζεται οριστικά σε ερείπια. Ο δομημένος χώρος παίρνει τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά και μια καινούρια κοινωνική πραγματικότητα αντικαθιστά την παλιά. Η εξουσία έχει βέβαια τα δικά της σχέδια, κάθε άλλο παρά άκαμπτα και στατικά. Η βία θα συνεχίσει να αποτελεί συστατικό της κάθε αλλαγής.
Απέναντι στο αδιέξοδο, ο καπιταλιστικός επανασχεδιασμός
Μετά από 3 δεκαετίες ξέφρενης ανάπτυξης, το μοντέλο έχει φτάσει πια στα όριά του –με αποκορύφωμα την Αθήνα, ήδη τότε μια τερατούπολη σχεδόν 3.000.000 κατοίκων. Όχι πλέον μια πόλη, αλλά ένα άθροισμα πόλεων, ουσιαστικά αποκομμένων και ασύνδετων μεταξύ τους. Αντί για την πόλη, η πόλη-εργοστάσιο (το Θριάσειο Πεδίο), η πόλη-αγορά (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το εμπορικό τρίγωνο), η πόλη-υπνωτήριο (με αποκορύφωμα το Νέο Ψυχικό), η πόλη-χώρος διασκέδασης (ως παράδειγμα η Πλάκα της εποχής εκείνης, αν και η διασκέδαση ήταν μέχρι τότε μια δευτερεύουσα λειτουργία για τους εμπνευστές του αστικού μετασχηματισμού). Ο πολεοδομικός σχεδιασμός επέβαλλε κεντρικά από την δεκαετία του ’50 την κατάτμηση του χώρου σε διακριτές ζώνες διαφορετικών μεταξύ τους λειτουργιών, αλλά το έκανε με έναν μοναδικό τρόπο: πάνω στα ερείπια της παλαιότερης πόλης οικοδομήθηκε το χάος– ένα χάος που συμπεριελάμβανε ακόμη και παραγκουπόλεις.4 Στα τέλη του ’70, το κυκλοφοριακό σύστημα της Αθήνας έχει ξεπεράσει κάθε σημείο κορεσμού, ενώ αντίστοιχα το δημόσιο σύστημα συγκοινωνιών έχει καταρρεύσει. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο καμπής: η πόλη, ως οικονομική μεγαμηχανή δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει αποτελεσματικά, βραχυκυκλώνει αντί να εξυπηρετεί την παραγωγή και την διακίνηση του εμπορεύματος, γίνεται ανάχωμα για την καπιταλιστική επέκταση.
Η εξουσία, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο, αποφασίζει τον ριζικό πολεοδομικό επανασχεδιασμό. Το τυχαίο άθροισμα τσιμέντου που συσσωρεύτηκε τις προηγούμενες δεκαετίες οφείλει να αποκτήσει περιεχόμενο και νόημα, να συνδεθεί σε μια ενιαία οντότητα· το χάος πρέπει να μετεξελιχθεί σε οργανωμένο χάος, στην σύγχρονη μητρόπολη. Η διάκριση του αστικού χώρου σε διαφορετικές λειτουργικές ζώνες δεν εγκαταλείπεται, αντίθετα ενισχύεται· το πρόβλημα για την εξουσία εντοπίζεται στο σύστημα κυκλοφορίας. Η ροή ανθρώπων και εμπορευμάτων ανάμεσα στις τεμαχισμένες φέτες ζωής και χρόνου (κατοικία-εργασία-διασκέδαση) οφείλει να είναι απρόσκοπτη· έτσι τα μολύβια χαράσσουν τους καινούριους αυτοκινητόδρομους και τα μελλοντικά δίκτυα μετρό πολλά χρόνια πριν αυτά αρχίσουν να υλοποιούνται. Κυρίως όμως συλλαμβάνεται ένας νέος οραματικός σχεδιασμός: η κατανάλωση και η διασκέδαση ως μείζονα εμπορευματική λειτουργία, ως διαχωρισμένη ζωή με σημαντική οικονομική αξία, μια οικονομία μεταβιομηχανική που θα πρέπει να εξυπηρετηθεί από τις επερχόμενες μητροπόλεις. Η κατανάλωση αναδεικνύεται σε σημαντικό στοιχείο του πολεοδομικού επανασχεδιασμού, η πόλη γίνεται χάρτης, γενικό πολεοδομικό σχέδιο και ρυθμιστικό (έτσι ονομάστηκε). Είναι δεδομένο ότι στον καινούριο θαυμαστό κόσμο που ανατέλλει, οι όποιες δυσλειτουργίες πρέπει να εξαλειφθούν.
…για μια ιστορία που συνεχίζεται
Παρόλα αυτά, στους κατακερματισμένους αστικούς χώρους, τεράστια πολιτικά κινήματα, ρεύματα ιδεων, μια νεανικότητα που διαρκώς αντιστέκεται και ένα διάχυτο πολιτιστικό αντάρτικο κατορθώνουν όλη αυτή την περίοδο να δημιουργούν ρήγματα που επανασυνθέτουν την έννοια του κοινωνικού. Η εξουσία νιώθει ότι απειλείται· όντως, έτσι είναι. Στον πόλεμο που ξεκινάει, η έννοια του εδάφους βρίσκεται στο επίκεντρο. Από την μια, το έδαφος ως υλοποίηση μιας φαντασιακής συνθήκης που συγκροτεί ισχυρές αντάρτικες κοινότητες Ο πόλεμος, εκτός από πραγματικά, έχει και ισχυρά συμβολικά στοιχεία και έτσι τα Εξάρχεια βρίσκονται ήδη από την δεκαετία του ’70 στο επίκεντρο. Πρόκειται για μια ιστορία με ιδιαίτερη αξία, παρόλο που σήμερα ο πόλεμος για το έδαφος έχει μετατοπιστεί, εστιάζοντας στα νέα τοπόσημα της κατανάλωσης και στα δίκτυα μεταφορών που περιτοιχίζουν την πόλη σε μια αρρωστημένη κανονικότητα. Η σύγκρουση για το έδαφος εξακολουθεί όμως πάντα να υπακούει στον ίδιο κανόνα: η κοινωνία εναντίον της εξουσίας. Η ιστορία συνεχίζεται…