Δον Κιχώτες και ιδιωτες…

…η περίπτωση των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας

από Λιάκος

Οι παρατηρούμενες κλιματικές αλλαγές, που αποδίδονται στην ανθρώπινη δραστηριότητα και ιδίως στην καύση των ορυκτών καυσίμων, σε συνδυασμό με την επαπειλούμενη εξάντληση αυτών και την ανασφάλεια σε σχέση με τον ενεργειακό εφοδιασμό, έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο, μεταξύ άλλων, τη χρήση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Σε αντίθεση με άλλες εναλλακτικές τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας ή και τεχνολογίες δέσμευσης και διάθεσης-απόθεσης των αέριων ρύπων, που βρίσκονται ακόμα σε ερευνητικό στάδιο, η εκμετάλλευση κάποιων εκ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (αιολική, ηλιακή, βιομάζα γεωθερμία) βασίζεται σε ώριμες τεχνολογίες κι έχει ήδη εμπορικές εφαρμογές.

Αφορμή για τη δημιουργία του ακόλουθου κειμένου, στάθηκαν οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν ενάντια στην εγκατάσταση αιολικών σταθμών σε ορισμένες περιοχές και ιδιαίτερα οι αιχμές που άφηναν κάποιες εξ αυτών, ενάντια στην αξία της αιολικής ενέργειας συνολικά. Μεγάλο βάρος έχει φυσικά και το πρίσμα υπό το οποίο εκδηλώνεται κάθε είδους ένσταση, σε τι αντιπαρατίθεται και που αποσκοπεί. Σε κάθε περίπτωση, οι αντιδράσεις αυτές δεν εκδηλώνονται τώρα τυχαία. Το ευνοϊκό χρηματοδοτικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε για την εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας για ηλεκτροπαραγωγή και ειδικότερα για την πώληση του ηλεκτρικού ρεύματος στο δίκτυο, προσέλκυσε το ενδιαφέρον μικρών και, κυρίως, μεγάλων επενδυτών.

Ενέργεια και καπιταλισμός

Το ενεργειακό ζήτημα, όπως και η καταστροφή του περιβάλλοντος, είναι πρωτίστως πολιτικόκοινωνικό ζήτημα και όχι τεχνολογικό. Έχει προκύψει μέσα από ένα συγκεκριμένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής διάθρωσης. Η ενέργεια είναι η φυσική κινητήριος δύναμη της καπιταλιστικής οικονομίας. Καμία κεφαλαιοκρατική συσσώρευση δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς αυτήν. Δεν είναι τυχαίο πως η ιστορία του καπιταλισμού ξεκινάει με την αθρόα εκμετάλλευση του άνθρακα, και γιγαντώνεται με την ευρεία χρήση των πετρελαϊκών παραγώγων.

Σήμερα, οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά δυτικές οικονομίες, βασίζονται σε όλο και μικρότερο βαθμό στην βιομηχανική ανάπτυξη, με τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες, κ.λπ.) να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, και με μια αισθητή μετατόπιση ενός μεγάλου όγκου των παραγωγικών διαδικασιών σε χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Παράλληλα, ο κύκλος των αναπτυσσόμενων (σύμφωνα με το μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης, πάντα) χωρών διευρύνεται σημαντικά, ενώ και οι χώρες του πρώην (και νυν) υπαρκτού κρατικού καπιταλισμού, εισέρχονται δυναμικά στο παιχνίδι του ανταγωνισμού. Παρόλα αυτά, οι δυτικές οικονομίες, εξακολουθούν να κατέχουν τα σκήπτρα τόσο στην κατά κεφαλή κατανάλωση ενέργειας (ΗΠΑ, και ΕΕ), όσο και σε απόλυτα νούμερα (ΗΠΑ).

Το προβαλλόμενο και επιβαλλόμενο πρότυπο ζωής του δυτικού πολιτισμού, που επικυριαρχείται από την έννοια της κατανάλωσης σαν αξία και σαν δικαίωμα, είναι ένα σαφώς ενεργοβόρο μοντέλο, κι εκεί οφείλει να έχει τη βάση της κάθε συζήτηση γύρω από το ενεργειακό ζήτημα.

Ενεργειακή πολιτική

Οι εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα δρομολογούνται μέσα σε ένα σύμπλεγμα παραμέτρων που απορρέουν από τις διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις, τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, που αφορούν στη διαχείριση των αποθεμάτων των ενεργειακών πόρων, τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς, αλλά και από την ενσωμάτωση στον κυρίαρχο λόγο της ανησυχίας για την εντεινόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος.

Στο επικοινωνιακό επίπεδο, όπως χαριτωμένα αποκαλείται η διαδικασία απόσπασης της, απαραίτητης για τις καπιταλιστικές "δημοκρατίες", κοινωνικής συναίνεσης, η κυρίαρχη ρητορεία εστιάζεται σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, στη διαχείριση του φόβου, τόσο για την έκλειψη των ορυκτών καυσίμων, με ότι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό στην ευμάρεια και στον τρόπο ζωής των ευνομούμενων πολιτών του δυτικού κόσμου, όσο και για τον οδυνηρό χαρακτήρα των επερχόμενων κλιματικών αλλαγών. Και από την άλλη, στην αφομοίωση των οικολογικών ανησυχιών, την προβολή ενός φιλοπεριβαλλοντικού προφίλ από τις εκάστοτε κυβερνήσεις,1 και τον λανσάρισμα του εμπορεύματος "οικολογία" στην αγορά.

Ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις ήδη μεγάλες και διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες, σαν πυλώνες της ενεργειακής της πολιτικής προβάλουν η ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού, δηλαδή η όσο το δυνατόν μικρότερη εξάρτηση της από τις εισαγωγές ενεργειακών πόρων (κυρίως πετρέλαιο και φυσικό αέριο), η προστασία του περιβάλλοντος και η εδραίωση της ανταγωνιστικότητας. Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο, είναι που αναδεικνύεται και προωθείται η εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και στην Ελλάδα.

Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, υπαγορεύει την άρση των θεσμικών ρυθμίσεων που επέβαλαν το μονοπωλιακό χαρακτήρα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (αναφέρεται και ως "απελευθέρωση της αγοράς"), και τη λειτουργία της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στα πλαίσια μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

Μια σημαντική διαφοροποίηση της νέας αγοράς σε σχέση με το παλιό καθεστώς, είναι η διάκριση του τομέα της προμήθειας από τον τομέα της παραγωγής, και τη διαμόρφωση ουσιαστικά δύο ξεχωριστών αγορών. Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, οι ιδιωτικές επενδύσεις σε έργα εκμετάλλευσης ΑΠΕ, αναμένονται να παίξουν ένα καθοριστικό ρόλο για την ολοκλήρωση και την λειτουργία της ανοικτής αγοράς. Χονδρικώς, οι λόγοι, πίσω από αυτό, εντοπίζονται στη διάρθρωση του ηλεκτρικού συστήματος και την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των θερμικών μονάδων, την κυρίαρχη θέση της ΔΕΗ Α.Ε., τόσο στην ηλεκτροπαραγωγή, όσο και στη εκμετάλλευση των λιγνιτικών κοιτασμάτων, και μια σειρά από άλλες οικονομοτεχνικές παραμέτρους και συνιστώσες της λειτουργίας της αγοράς που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν.

Η προώθηση των ΑΠΕ από πλευράς πολιτικής εξουσίας, αποβλέπει, συν τοις άλλοις, στην τόνωση της απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με την άμεση είσοδο εγχώριων και ξένων επενδυτών, και στην περιφερειακή ανάπτυξη, μέσω των ανταποδοτικών τελών και ωφελειών. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφέστατο, πως οι επενδύσεις σε έργα εκμετάλλευσης ΑΠΕ, γίνονται με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, με αποκλειστικό σκοπό την κερδοφορία, και όχι από περιβαλλοντικές οργανώσεις! Η διάσταση αυτή, γίνεται αρκετά εμφανής στην περίπτωση των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δρομολογημένη εγκατάσταση τους σε αρκετές περιοχές.

Αιολικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας

Η αιολική ενέργεια είναι σαφώς μια καθαρή μορφή ενέργειας. Δεν καταναλώνει καύσιμο, και δεν αποβάλει κανενός είδους ρύπο. Επιπλέον ο λόγος της ενέργειας που αποδίδει ένας αιολικός σταθμός στο χρόνο ζωής του, προς την ενέργεια που καταναλώνεται για την κατασκευή και τη λειτουργία του (ERoEI),2 είναι πολλαπλάσιος των συμβατικών και πυρηνικών σταθμών.

Η συμβολή της στην προστασία του περιβάλλοντος (ή ακριβέστερα, στην αποτροπή της βλάβης) είναι δεδομένη, και στηρίζεται στην απλή εξίσωση: κάθε μονάδα ενέργειας, που παράγεται από ανανεώσιμο πόρο, υποκαθιστά μια μονάδα ενέργειας που θα παραγόταν από κάποιο ρυπογόνο καύσιμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η αιολική ενέργεια είναι σε θέση να αντικαταστήσει τις συμβατικές πηγές ενέργειας. Η περιοδικότητα και η μεταβλητότητα των ανέμων, σε συνδυασμό με τη χαμηλή ενεργειακή τους συγκέντρωση, τις υπέρογκες και διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις, το επίπεδο της παρούσας (και αυτής του κοντινού μέλλοντος) τεχνολογίας, δεν επιτρέπουν παρά μόνο μερική υποκατάσταση της συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής από αιολική ενέργεια. Με βάση τα παραπάνω, και για λόγους ασφάλειας της τροφοδοσίας του ηλεκτρικού συστήματος, έχει καθοριστεί σαν μέγιστο επιτρεπτό ποσοστό διείσδυσης της αιολικής ενέργειας, το 30%. Επιπλέον, έχει ήδη διατυπωθεί η ανάγκη για την κατασκευή ενός ακόμα λιγνιτικού σταθμού 600 MW, στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της αιολικής ενέργειας για ηλεκτροπαραγωγή, ποικίλουν σε μέγεθος ανάλογα με την εφαρμογή για την οποία προορίζονται, που μπορεί να είναι από την τροφοδοσία μιας αγροτικής κατοικίας ή μιας μονάδας αφαλάτωσης με μια ανεμογεννήτρια (Α/Γ) της τάξης κάποιων kW εκτός δικτύου (συνήθως σε συνδυασμό με άλλη ΑΠΕ ή και ντιζελογεννήτρια), συστοιχία Α/Γ για την τροφοδοσία ενός τοπικού δικτύου (π.χ. κάποιο νησί στο μη διασυνδεδεμένου σύστημα), μέχρι αιολικούς σταθμούς παραγωγής για την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας στο κεντρικό ηλεκτρικό δίκτυο. Στην τελευταία περίπτωση, το "εμπορικό μέγεθος" των ανεμογεννητριών, δηλαδή το μέγεθος που παρουσιάζει την βέλτιστη σχέση κόστους-οφέλους, ξεκινάει από τα 600 kW και μπορεί να ξεπεράσει τα 3MW. Μείωση του κόστους επιτυγχάνεται με την εγκατάσταση περισσότερων ανεμογεννητριών στην ίδια θέση, οπότε σχηματίζονται "αιολικά πάρκα", συνολικής συνήθως ισχύος μέχρι 50MW.

Για την Ελλάδα, το καθεστώς έχει διαμορφωθεί ως εξής: Ο διαχειριστής του ηλεκτρικού συστήματος (ΔΕΣΜΗΕ),3 δεσμεύεται μέσω σύμβασης για την αγορά της αιολικά παραγόμενης ενέργειας, σε καθοριζόμενη τιμή για 10 χρόνια, με δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης από την πλευρά του παραγωγού για τα επόμενα 10 έτη. Όπως αναφέρθηκε ήδη, το μέγεθος και το πλήθος των ανεμογεννητριών (Α/Γ) παίζει σημαντικό ρόλο στην αποδοτικότητα της επένδυσης, όπως βέβαια παίζει και στο ύψος της αρχικής δαπάνης, το οποίο ανέρχεται, πολύ χονδρικώς, σε 1 εκ. ευρώ ανά εγκαθιστόμενo MW. Το 30% του αρχικού κόστους παρέχεται από επιδοτήσεις, το 40% από τραπεζικό δανεισμό και το υπόλοιπο 30% πρέπει να καλυφθεί από ίδια κεφάλαια. Μιλώντας για τάξεις μεγέθους των εκατομμυρίων ευρώ, τόσο για τη κάλυψη του 30% της ίδιας συμμετοχής, όσο και για την χορήγηση του 40% από την τράπεζα (αφού απαιτείται αντίστοιχη πιστοληπτική ικανότητα), γίνεται σαφές πως τα μεγάλα αιολικά πάρκα (άνω των 20 MW), είναι υπόθεση των μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών και των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων.

Επιπλέον, οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες που χρησιμοποιούνται για αυτό τον σκοπό, μόνο κατά το σχήμα θυμίζουν αυτές που στο παρελθόν είχαν εγκατασταθεί σε διάφορα σημεία της επικράτειας, και κυρίως στα νησιά, και διαφημίζονταν από τους τουριστικούς οδηγούς σαν αξιοθέατα. Πρόκειται δε, για ογκωδέστατες κατασκευές, ύψους δεκάδων μέτρων (το ύψος του πυλώνα μπορεί να υπερβαίνει τα 80 μέτρα) και βάρους εκατοντάδων τόνων, που απαιτούν και τα ανάλογα έργα υποδομής, τόσο για τη μεταφορά τους στην τοποθεσία εγκατάστασης, όσο και για τη στερέωση τους, με θηριώδη φορτηγά και γερανούς αντίστοιχα. Συνεπώς, οι επιπτώσεις τους στον περιβάλλοντα χώρο, όσο κι οι πιθανές επιδράσεις στις δραστηριότητες των περιοίκων (ιδίως αν υπάρχουν οικισμοί σε μικρή απόσταση), είναι σημαντικά αυξημένες κι ενίοτε επιζήμιες, σε σύγκριση με τα μικρότερης ισχύος (μικρότερου πλήθους και μεγέθους Α/Γ) αιολικά πάρκα που θα αρκούσαν να καλύψουν τις ανάγκες (σε φορτία αιχμής) ενός τοπικού συστήματος (π.χ. ενός νησιού). Σε κάθε περίπτωση, το αιολικό δυναμικό μιας περιοχής, αποτελεί αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την εγκατάσταση ενός αιολικού σταθμού.

Αντιδράσεις στην εγκατάσταση αιολικών και εξοβελισμός της αιολικής ενέργειας

Λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική υπόσταση των αιολικών σταθμών, σαν ιδιωτικές επενδύσεις με στόχο την κερδοφορία, δεν εκπλήσσει κανέναν, το ενδεχόμενο κατασκευής τέτοιων έργων με όρους που δεν συνάδουν με τις αρχές της βιωσιμότητας, την περιβαλλοντική μέριμνα ή έστω την επονομαζόμενη ήπια ανάπτυξη.

Στα πλαίσια των ήδη εκδηλωθέντων αντιδράσεων ενάντια στην κατασκευή κάποιων αιολικών σταθμών, έχει συχνά υιοθετηθεί –συχνά, όχι πάντα– και μια πολεμική στάση απέναντι στην αιολική ενέργεια συνολικά. Έτσι, σε κείμενα εναντίωσης στην κατασκευή συγκεκριμένων αιολικών πάρκων, μπορεί κανείς να βρει το σύνολο των πιθανών επιπτώσεων ενός αιολικού σταθμού (αντλημένα από τη βιβλιογραφία), χωρίς απαραίτητα οι επιπτώσεις αυτές να προκύπτουν για το συγκεκριμένο έργο. Πρακτικά, κάθε έλλογη αγωνία και προβληματισμός θάβεται κάτω από τους αστεϊσμούς και τις φαιδρότητες που συνοδεύουν την επιχειρηματολογία, που συχνά φτάνει μέχρι τα χονδροειδή και εξόφθαλμα ψεύδη. Ένας κυκεώνας τερατολογίας και καταστροφολογίας, που ξεπερνά τα όρια του κλασικού λαϊκισμού, και καταντά μπουρδολογία.

Ο φιλοπεριβαλλοντικός μανδύας που περιβάλει συχνά την κριτική, είναι όμοιος με αυτόν του ιδιοκτήτη τού αιολικού σταθμού, αλλά απεκδύεται τον φιλοπεριβαλλοντισμό της όταν επίκαλείται τις οικονομικές συνιστώσες του ζητήματος. Έτσι, αν ένα έργο προβάλλεται ως περιβαλλοντικά μη αποδεκτό, ποιο το νόημα να συνεχίζει η κουβέντα, στο ότι δεν θα έχει ωφέλειες για την τοπική οικονομία; Κι από πότε η τουριστική βιομηχανία, που έχει καταστρέψει χιλιόμετρα αιγιαλών, παραδοσιακές περιοχές και τοποθεσίες φυσικού κάλλους, θεωρείται οικολογική δραστηριότητα;

Η ανεδαφική και άστοχη κριτική, που παρορμείται από τα ιδιοτελή συμφέροντα, την ατομιστική νοοτροπία και την προσωπική βολή, δεν πρόκειται να προστατέψει κανένα περιβάλλον και καμία πολιτιστική ή φυσική κληρονομιά, όπως και δεν πρόκειται ποτέ και με κανέναν τρόπο, να μας απαλλάξει από τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Γιατί απλά στηρίζεται στην ίδια λογική, με αυτήν που οδηγεί στην απαξίωση του περιβάλλοντος και τον εγκλωβισμό της ζωής στην ιδιοτέλεια.

Όταν στο όνομα της πράσινης ενέργειας, το ιδιωτικό κεφάλαιο επελαύνει, οι άμυνες για την προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να απεγκλωβιστούν από τη νοοτροπία της αντίδρασης και να εμφυσηθούν με τη γονιμότητα της αντίστασης.

Το σύνδρομο ΝΙΜΒΥ ("όχι στην αυλή μου")

Οι όποιες επιπτώσεις των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι διαπιστωμένες και σε μεγάλο βαθμό μετρήσιμες. Αυτό που είναι κεφαλαιώδους σημασίας είναι ότι οι επιπτώσεις αυτές θα πρέπει να σταθμιστούν και να συγκριθούν με τις επιπτώσεις των άλλων μορφών παραγωγής ενέργειας, με βάρος αντίστοιχο των ωφελειών και των συνεπειών της καθεμίας. Ένα σημαντικό αφετηριακό στοιχείο είναι πως οι αιολικές εγκαταστάσεις έχουν μόνο τοπικής εμβέλειας αρνητικές επιπτώσεις [όταν έχουν], σε αντίθεση με τους συμβατικούς σταθμούς παραγωγής, των οποίων οι συνέπειες [που έχουν πάντα] δεν περιορίζονται στο τοπικό επίπεδο, όπου μάλιστα είναι κι εντονότερες από τις αντίστοιχες των αιολικών, αλλά ξεπερνούν τα όρια των ηπείρων (ατμοσφαιρική ρύπανση).

Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως δεν πρέπει τα ευαίσθητα και ευπαθή οικοσυστήματα να προστατευθούν κατά προτεραιότητα, όπως όμως επίσης δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι των λιγότερο ευπαθών περιοχών είναι λιγότερο ευαίσθητοι. Η τακτική εκδήλωση του συνδρόμου ΝΙΜΒΥ ("όχι στην αυλή μου")4 συνιστά μια υποκριτική στάση, όπου επιζητούνται οι ωφέλειες, χωρίς να καταβάλλεται το τίμημα, ή για την ακρίβεια, το τίμημα να καταβάλλεται από άλλους, και συγκεκριμένα τους κατοίκους του λιγνιτικού κέντρου της δυτικής Μακεδονίας.

Οι επιζήμιες για την αειφορία ανέσεις που προσφέρει ο ενεργοβόρος τρόπος ζωής έχουν συνέπειες, που πρέπει ή να τις επωμιστούμε συλλογικά, ή να τις αναστρέψουμε συλλογικά, επαναπροσδιορίζοντας τις ενεργειακές μας ανάγκες σε διαφορετική βάση από αυτή της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Εξοικονόμηση ενέργειας

Η ορθολογική χρήση ενέργειας (ΟΧΕ), ο βιοκλιματικός σχεδιασμός των κτιρίων και η επέκταση της εκμετάλλευσης των ΑΠΕ, μπορούν να αποτελέσουν μια μεσοπρόθεσμη πρόταση στο ζήτημα της εξάντλησης των ορυκτών καυσίμων και των κλιματικών αλλαγών, που προκαλούνται από την έκλυση των αερίων του θερμοκηπίου, μεταθέτοντας όμως ουσιαστικά το πρόβλημα στις επόμενες γενιές.

Η εξοικονόμηση ενέργειας πρέπει να τεθεί σε άλλη βάση. Σήμερα, η ανάγκη για εξοικονόμηση προβάλλεται σαν θεραπεία ενάντια στην αλόγιστη κατανάλωση ενέργειας από απερίσκεπτους καταναλωτές, μετακυλίωντας ουσιαστικά τις ευθύνες του συστήματος στα πρόσωπα. Επικαλείται την αλλαγή της ενεργειακής συμπεριφοράς του οικιακού καταναλωτή, σαν μια λανθασμένη προσωπική του επιλογή και προμοτάρεται η αλλαγή νοοτροπίας σαν ένα νεωτερικό lifestyle, χωρίς όμως πουθενά να θίγεται το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνονται οι συμπεριφορές αυτές.

Αυτό που κατά βάση οφείλει να θιχτεί, είναι το σύστημα που γεννά το πρόβλημα. Οι μεγάλες και διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες, είναι προϊόν του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ανάπτυξης και του κοινωνικού προτύπου ζωής που επέβαλε αυτός. Η αναζήτηση απαντήσεων στα κομβικά ζητήματα, μέσα από τους όρους που υποδεικνύουν οι κανόνες της αγοράς, ουσιαστικά αναπαράγει τα αίτια που οδήγησαν στη δημιουργία των προβλημάτων.

Η εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί να συστήσει ένα πρόταγμα, μόνο στη βάση της ριζικής αμφισβήτησης του υπάρχοντος και να αποτελέσει ένα εχέγγυο για το ξεπέρασμα της κρίσης με την δραστική ελάττωση των ενεργειακών μας απαιτήσεων.

  1. Των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων, παρότι δεν υπέγραψαν το πρωτόκολλο του Κιότο.
  2. Energy Return on Energy Investement: Στην ενέργεια που απαιτήθηκε για την κατασκευή περιλαμβάνεται το σύνολο της ενεργειακής δαπάνης, από την δημιουργία της πρώτης ύλης μέχρι και τη μεταφορά. Παρά τις διισταμένες απόψεις σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού αυτού του δείκτη, όλα τα αποτελέσματα φανερώνουν μια σαφή υπεροχή των αιολικών μονάδων σε σχέση με τους συμβατικούς (ενδεικτικά: οι αιολικοί σταθμοί έχουν δείκτη από 5 έως 35, με μέσο όρο 18:1, οι θερμικοί σταθμοί από 5 ως 10:1, ενώ οι πυρηνικοί σπανίως ξεπερνούν το 5:1).
  3. http://www.desmie.gr.
  4. NIMBY (Not In My BackYard): Εδώ χρησιμοποιήθηκε με την θετική του έννοια, όπου αναγνωρίζονται τα πλεονεκτήματα, αλλά δεν επιθυμείται η εγκατάσταση στην περιοχή μας. Υπάρχει βέβαια και η αντιδραστικότερη εκδοχή, όπως εκδηλώθηκε συχνά στην πόλη μας τελευταία με τις κινήσεις κατοίκων ενάντια στα κέντρα αποκατάστασης πρώην τοξικομανών και ψυχικά ασθενών.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη